Σελίδες

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Το άλογο


Wish that you were here


Έμαθες να ακούς και να πιστεύεις.
Μικρό παιδί ήσουν, πως να ξεχώριζες το ψέμα;
Νεράιδες, μάγισσες, ξωτικά και δράκοι..
όλοι στο είπαν "Θα έρθει!"
Κι εσύ περίμενες χειμώνες καλοκαίρια έναν ερχομό.
Μάκρυνες τα μαλλία σου, τα έκανες πλεξούδες.
Μα το μόνο που ήρθε ήταν ένα άλογο,
εκείνο με τη μαύρη χαίτη που σχεδίαζες τότε που φλέρταρες με τις τέμπερες.
"Ανέβα. Πάμε να τον βρούμε οι δυο μας." είπε το άλογο.
Κι εσύ υπάκουσες.
Έλυσες τα ξανθά σου μαλλιά και κάλπασες από τη φαντασία στο όνειρο..
κυνήγησες τον πρίγκιπα σου!

Θ.Κ.

Wish that you were here





Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Ροζ Καρδιές



"Μιλήστε" μας είπαν.
"Γνωριστείτε! Βρείτε κοινά, διαφορές"
Τέσσερις άγνωστοι σε ένα δωμάτιο. Δεν ήταν παιχνίδι, έπρεπε να μάθουμε να επικοινωνούμε, λες και ήμασταν παιδιά. Αλλά δεν ήμασταν παιδιά, χαμένοι ήμασταν. Στην ψηφιακή απομόνωση. Αυτή που επικοινωνείς με τα δάκτυλα, πληκτρολογώντας.
Μετά μας χώρισαν σε δυάδες. Οι δυο θα μιλάνε και οι υπόλοιποι θα ακούνε, μονο.
"Δε θα κάνετε διάλογο" είπαν.
΄Επρεπε να μάθουμε να ακούμε, να συγκεντρωνόμαστε σε όσα έχει ο άλλος να μας πει. Τι μου είπε; Ναι, κάτι για τη σχολή του, δέκα χρόνια έκανε να την τελειώσει. Ξεφτέρι, σκέφτηκα από μέσα μου. Όχι, όχι δεν έπρεπε να σχολιάζω όυτε να κατακρίνω. Μόνο να τον ακούω!
Και μετά να μ' ακούσει κι αυτός. Του τα είπα κι εγώ, στα 23 μου έβγαλα δίπλωμα αυτοκινήτου. ΄Αργησα, έτσι νόμιζα, αλλά τα κατάφερα!
Και πέρασε η ώρα συζητώντας, μαζευτηκανε κι άλλοι μετά. Γίναμε καμια εικοσαριά. Ανταλλάξαμε ιδέες, εμπειρίες, γελάσαμε, σοβαρευτήκαμε, μας πήγαν και για φαγητό.
Στο τέλος μας έδωσαν και από μια χάρτινη ροζ καρδιά. Γράψτε κάτι που ακούσατε σήμερα, κάτι που σας εντυπωσίασε και δώστε την κάρδιά σ' αυτόν που το είπε ή το προκάλεσε.
Δυο άτομα μου έδωσαν τις καρδιές τους. Πόσο όμορφα ένιωσα! Τη δική μου δεν την έδωσα σε κανέναν..
Πείραμα μάλλον ήταν. Ποιό το ζητούμενο του; Ποια τα αποτελέσματα;
Ήθελαν να δημιουργήσουν έναν δεσμό μεταξύ μας. Να μάθουμε να κερδίζουμε την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση, με τον διάλογο. Πέτυχε;
Ο χρόνος θα δείξει. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, πολλά που πρέπει ακόμα να ειπωθούν. Και θα αρχίσω με εσένα..

"Αν κάτι άργησα να μάθω, είναι να σ' αγαπάω. Δεν ήξερα πως γίνεται, δεν ήξερα αν το αξίζεις, δεν ήξερα αν ήσουν εσύ ή κάποιος που θα ήθελες να μοιάζεις. Οι πράξεις σου με έπεισαν, τα λάθη σου που σε ωρίμασαν και οι επιλογές σου που σε έφεραν εδώ μαζί μου απόψε!"
Κόλλησα το ρόζ χαρτάκι στον καθρέπτη κι έγραψα μέσα
"Χαμογέλα μου!"

Θ.Κ.





Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Άντρας δεν γεννιέσαι



"Άντρας γεννιέσαι, δε γίνεσαι" βροντοφώναξε στην καφετέρια με αφορμή τα συνθήματα της εκδήλωσης Υπερηφάνειας των ομοφυλόφιλων"..έχουν ξεφύγει οι βρωμόπουστες και οι άλλοι ανώμαλοι. Άκουσε εκεί."
   Οι φίλοι του κουνούσαν τα κεφάλια τους συναινετικά.
"Τα αρχίδια, μου τα έδωσε ο Θεός και η φύση, γι΄ αυτό λέγομαι άντρας." συνέχισε.
   Μόνο που ξέχασε να τα χρησιμοποιεί, σκέφτηκε η γυναίκα του. 'Ενα χρόνο είχε να την πηδήξει. Τελευταία δεν κοιμόταν καν στο κρεβάτι τους, τον έπερνε ο ύπνος στον καναπέ χαζεύοντας μεταμεσονύχτια προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης. Αν τύχαινε δε να τον ακουμπήσει ταχα μου τυχαία στα απόκρυφα σημεία, μπας και τον καυλώσει, εκείνος ξεσπιώταν και τραβιόταν πιο πέρα. Πετούσε και ένα μακρόσυρτο "Έλαααα" τύπου "Αίντε παράτα με" και άλλαζε κανάλια στην τηλεόραση από αμηχανία.
   Στην αρχή τα έβαλε με τον εαυτό της. Πήρε κιλά στην εγκυμοσύνη, δεν βαφόταν, δε φορούσε προστυχα εσώρουχα. Όμως πάντα έτσι ήταν, έτσι γνωρίστηκαν. Απλοί και οι δύο, έκαναν τζόκιν κάθε πρωι στο ίδιο πάρκο. Ποτέ δεν ήταν κοκέτα, ποτέ δεν ήταν ο τύπος με τη γραβάτα.
Έπειτα ήταν σχεδόν βέβαιη οτι την κερατώνει. Έβαλε ντετεκτιβ, τη φίλη της την Κάτια, τζάπα και με σίγουρα αποτελέσματα. Τέτοιο πάθος να ανακαλύψει την αληθεια, ούτε επαγγελματίας. Τζίφος η έρευνα. Σπίτι, δουλειά, καφετέρια, σπίτι ο κύριος.
   Τελικά τον κεράτωσε εκείνη. Με τον κολητό του. Χρόνια παιζόντουσαν. Λάγνα βλέμματα, τυχαία αγγίγματα, σόκιν πειράγματα. Όλα στην πλάκα, για τον χαβαλέ. Μα πάντα υπάρχει μια αλήθεια κρυμμένη στου κρυφού πόθου τα λόγια.
"Θα με πάρεις πίσω στο σπίτι;" τον ρώτησε ένα βράδυ που είχαν βγει μεγάλη παρέα για ουζάκια κι εκείνος ξεκίνησε να φύγει νωρίτερα.
"Θα σε πάρω και πίσω και μπρος. Όπου γουστάρεις!" της απάντησε. Ο άλλος έξυνε τ' αρχίδια του, σημασία δεν έδωσε πότε έφυγαν η γυναίκα και ο φίλος του.
   Το πε και το έκανε ο κολητός. Και την πήγε, και την πήρε. Στο σαλόνι του σπιτιού τους. Αφού τέλειωσε το σάλιο από τα φιλιά στο πλατύσκαλο, τον έβαλε μεσα και τον πέταξε στον καναπέ. Το μουνί της έκανε συσπάσεις. Γδύθηκε υστερικά, σχεδόν βίασε τα ρούχα της. Γαμήθηκαν σαν ζώα, ενστικτωδώς. Απο πίσω κι απο μπρος, όπως της είχε υποσχεθεί. Όπως το επιθυμούσε εκείνος χρόνια τωρα. Απο τότε που ο φίλος του του την είχε συστήσει.
"Σ'αρεσε;" την ρώτησε από το κινητό καθώς επέστρεφε σπίτι του.
"Όλα. Πολύ!" του απάντησε εκείνη.
Το επόμενο πρωί του έστειλε φωτογραφία τα βυζιά της σε μήνυμα. "Δικά σου" έγραφε απο κάτω.
Κι έκτοτε σταμάτησε να ασχολείται με τον άντρα της. Πλέον ανήκε αλλού. Του ζήτησε και διαζύγιο, κάτι που δεν είχε το θάρρος να κάνει εκείνος. Που θα έβρισκε αλλού κορόιδο να του πλένει, να του μαγειρευει και να του μεγαλώνει το παιδί;
"Γιατί Κάτια μου, τι κι αν γεννηθηκε με αρχίδια, άμα δεν ξέρει που και πότε να τα χρησιμοποιεί, αρχίδια άντρας είναι!" βροντοφώναξε στη φίλη της.

Θ.Κ.


   
 

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Thorn Birds



 

-Ναταλί, δες τα κύματα. Ουαουυυ.. φυσάει  πολύ σήμερα.

-Σσσς σώπα, έρχεται.


-Ποιος έρχεται; Πού;

-Να εκεί, πίσω από τα δέντρα. Είναι η γυναίκα που έφτασε χθες αργά με το τρένο. Μένει στο εξοχικό των Ονίλ. 


-Όμορφη είναι με το αεράτο κοντό φορεματάκι της!

- Άντε βρε, σαλιάρη. Σιγά, ένα φθηνιάρικο φόρεμα με λουλούδια είναι, σκουπίσου.


-Έλα, μη ζηλεύεις.  Δεν φαίνεται χαρούμενη πάντως, περπατάει βαριεστημένα στην αμμουδιά.

-Ναι, δίκιο έχεις. Ωχ Ωχ κοιτάει ψηλά προς τα εδώ, σκύψε μη μας δει.


-Μπα, δε νομίζω να μας παρατήρησε. Να, γύρισε ξανά προς τη θάλασσα, ρίχνει βότσαλα στο νερό.

- Κάπου αλλού έχει το μυαλό της. Κάτι την απασχολεί.. δε με ξεγελάει εμένα.


-Σίγουρα κάτι θα της συνέβη. Για ποιόν λόγο άλλωστε βρίσκεται μόνη της εδώ πέρα στην ερημιά;

-Τώρα χαμογελάει. Χορεύει στον αφρό των κυμάτων, κάτι ευχάριστο θα θυμήθηκε. Με μπερδεύει.


-Τώρα που το λες, κι εγώ θυμήθηκα. Την ξέρω! Έχει ξανάρθει..

-Πότε; Ποια είναι;


- Θα επιστρέψω.

- Μπεεεεν… μη φεύγεις.


-Περίμενέ μεεεε..

-Πφφφ.. μα, που πήγε εκείνη ; Α, να τη έφτασε στα βράχια.


Η Ναταλί πέταξε ως εκεί. Της άρεσε να παρακολουθεί τους ανθρώπους. Να προσπαθεί να μαντέψει τα συναισθήματα τους, να κουτσομπολεύει τα μυστικά τους. Βρήκε την όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη χάμω να μουσκεύει με τα δάκρυα της την ξανθή άμμο.  Ήθελε να την παρηγορήσει, όμως δεν ήξερε καν το πρόβλημα της. Τι να της έλεγε; Τελικά έμεινε κρυμμένη πίσω από τα γκρίζα βράχια αφήνοντας την μόνη να ξεσπάσει.


-Τσιου.. τι γίνεται εδώ; Πως είναι η κυρία Ονίλ;

-Μπα, επέστρεψες;  Γιατί ψιθυρίζεις; Σιγά μην μας ακούσει, αυτή εδώ και δέκα λεπτά σκέφτεται αν θα βουτήξει ή όχι. Μέχρι το γόνατο έχει καταφέρει να μπει στο νερό.


 -Εμ, έχει και δυο μέτρα πόδια. Ακόμα δεν κατάλαβες ποια είναι; Η Ελίζα Ονίλ, η δεύτερη κόρη της οικογένειας Ονίλ.

-Ποια; Ψέματα μου λες. Πως άλλαξε έτσι;!;


-Κοίτα εκεί, κάποιοι έρχονται.

-Γιατί μου κλείνεις το μάτι; Ο άντρας της θα είναι.


-Δες καλύτερα πανάθεμα σε. Είναι ο Θορν!

-Α.  Πως τολμάει κι έρχεται ο ελεεινός. Εκείνος φταίει για όλα, εκείνος την παράτησε.  Εξαιτίας του πήρε τη βαλίτσας της κι έφυγε η νεαρή Ελίζα τότε. Απορώ ποιος αχρείος τον ενημέρωσε ότι ήρθε.


-Εγώ του το είπα.

-Εσυυυυύ; (έξαλη)


-Έπρεπε να το μάθει.

- Μάλλον δεν κατάφερες και πολλά. Δες την, απομακρύνεται. Μπράβο Ελίζα!


-Τρέχει ξωπίσω της. Την αγαπάει.

-Το κτήνος, την έριξε κάτω. Πάω να τη σώσω.


Ο Μπεν πέταξε γρηγορότερα προλαβαίνοντας τη Ναταλί. Μετά από μερικές σβούρες στον αέρα, κυλίστηκαν κι αυτοί στην ακροθαλασσιά, όπως ο Θορν με την Ελίζα που φιλιόντουσαν τώρα παθιασμένα  πάνω στην υγρή άμμο.


-Το ήξερα. Αγαπιούνται ακόμα! Κοίτα πόσο ταιριαστοί είναι.

-Φτου, φτου.. μπήκε άμμος στο ράμφος μου. Χάλια με έκανες.


-Ωωωω πάψε πια και φίλα με..

-Αχχχχχχχχ
 
                                                                                                                                                             Θ.Κ.

 
                                 

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ζέστη



Ζέστη.

Ζέστη 8ου μήνα, αυγουστιάτικη.

Αφόρητη ζέστη.

Δε σε νοιάζει, η δροσιά απλώνεται ελάχιστα εκατοστά πιο πέρα από τα πόδια σου.

Βουτάς, μουσκεύεσαι, κολυμπάς, ξαναβουτάς. Δε θες να βγεις από μέσα της πριν κάνουν ζάρες τα δάκτυλα σου.

Παρατηρείς τα ημίγυμνα κορμιά που στάζουν, από τη ζέστη. Δεν ήταν τόσα πρωτύτερα, η παραλία δείχνει διαφορετική.

Οχτώ ομπρέλες και μια ξαπλώστρα. Σ΄ αυτήν θες να πας, στη σκιά της να αράξεις. Και ξαναβγαίνεις στη ζέστη.

Η ξαπλώστρα έχει ιδιοκτήτη, δε σου κάνει χώρο μα εσύ θες να πας.

"Πάμε να φύγουμε;" σου λέει ένας φίλος.

"Με τέτοια ζέστη;" τον κοιτάς ικετευτηκά "Ας μείνουμε ως τις 20:00"

Την καλύτερη ώρα, που πέφτει ο ήλιος, που κλείνουν οι ομπρέλες κι ερωτεύονται τα κορμιά. Μόνο αυτό του ζητας.

Στριμώχνεσαι στη ξένη ξαπλώστρα.

Και κάτω από τη σκιά της ομπρέλας δεν έχει πια ζέστη, αλλά.. καύσωνα.


                                                                                             Θ.Κ
                                                                                             17/8/2015



Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Μ' ακούς;


Υπόγεια Ρεύματα - Μ' αρέσει να μην λέω πολλά


Θα προτιμούσα να μην σου είχα μιλήσει ποτέ,
μόνο να σου έγραφα λέξεις.
Να διάβαζες τα γράμματα μου,
παρά να άκουγες τη φωνή μου.
Θα ένιωθες τις προτάσεις μου όπως πραγματικά θέλω να τις εκφράσω,
όχι σαν να κάνω ανάγνωση τις σκέψεις μου.
Αν μ' αγαπάς πραγματικά μη με ψάχνεις στην πλατεία της Ομιλίας,
συνάντησε με στο δωμάτιο της Σιωπής.
Κι αν δεν κατάλαβες τι σου εξομολογήθηκα απόψε,
ακόμα κι αν η μνήμη σου το διαγράψει,
ίσως κάποτε το διαβάσεις ξανά και χρωματίσεις τη γλώσσα μου.

Θ.Κ.

Υπόγεια Ρεύματα - Μ' αρέσει να μην λέω πολλά

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Το μπαλάκι




Χοροπηδάει ένα τόσο δα μπαλάκι,
πιο μικρό και από το μαργαριτάρι στο κέντρο του κολιέ σου.
 Όλα είναι θέμα τύχης,
θα κερδίσεις πολλά ή θα χάσεις τα πάντα.
Στο μυαλό σου χωράνε μόνο αριθμοί,
αριθμοί και χρώματα.
Η εικόνα σου οργισμένα απελπισμένη,
μοιάζεις με ένα μεγάλο νούμερο.
Μα φοβάσαι,
τρέμεις μη χάσεις από κάποιο μικρότερο.
Πόσο ασήμαντα ήταν τα νούμερα για σένα κάποτε;
Κανένα δε μετρούσε ουσιαστικά χωρίς μια συστάδα μηδενικών να το ακολουθεί.
8 μαύρο!
Το μπαλάκι κέρδισε.