Σελίδες

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Ο από μηχανής θεός


Πράξη 1: Η Συνάντηση

Είχαν ήδη αργήσει πέντε λεπτά. Ο νεαρός Θάνος στεκόταν και τους περίμενε έξω από το κτίριο του θεάτρου. Ήταν μια όμορφη βραδιά του Απρίλη, όμως παρόλη την άνοδο της θερμοκρασίας ένιωθε ένα ρίγος κάθε φορά που το ελαφρύ αεράκι διαπερνούσε τη ζακέτα του. Είχε διαβάσει από τρεις φορές, τουλάχιστον, τη φωτεινή επιγραφή με τον τίτλο και τα ονόματα των ηθοποιών.
«Η Ευγενία σε Αδιέξοδο» αναβόσβηνε με μεγάλα γράμματα εμπρός του. Υπέθεσε, όχι και τόσο ευχάριστα, ότι θα παρακολουθούσαν άλλη μια παράσταση με θέμα τα ψυχολογικά αδιέξοδα μιας γυναίκας. Από όσο είχε ενημερωθεί, πρόκειται για σύγχρονη διασκευή κάποιας αρχαίας τραγωδίας, αλλά δε θυμόταν ποιας. Και ενώ βασάνιζε το μυαλό του να θυμηθεί, αντίκρισε τον φίλο του το Μιχάλη να πλησιάζει συνοδευόμενος από μια κοπέλα.
«Στην ώρα σου όπως πάντα» ειρωνεύτηκε ο Θάνος.
Ο Μιχάλης έκανε πως δεν τον άκουσε και προχώρησε στις συστάσεις «Από δω η Ειρήνη. Ειρήνη, ο φίλος μου ο Θάνος». Αντάλλαξαν χειραψία. «Άντε πάμε μέσα. Η παράσταση αρχίζει όπου να ‘ναι»  τους παρότρυνε «Τα εισιτήρια τα έχω εγώ»
«Ναι, ναι. Τώρα σε έπιασε το άγχος.» παραπονέθηκε ο Θάνος «Τόση ώρα που περίμενα στο κρύο, δεν..»
«Ε, όχι και κρύο.» τον διέκοψε η Ειρήνη χαρωπά και εισήλθε πρώτη στο φουαγιέ.
Ο Θάνος την παρατήρησε όπως περπατούσε εμπρός τους. Είχε καστανόξανθα ίσια μαλλιά μέχρι τους ώμους, φορούσε μια κοντή ροζ φούστα που κολάκευε τα μακριά πόδια της, χαμηλά παπούτσια και ένα λευκό ζακετάκι. Το άβαφτο πρόσωπο της και το υπέροχο λευκό της δέρμα τον γοήτευσαν. Σκούντηξε με τον ώμο του τον Μιχάλη και με ένα σούφρωμα των χειλιών του του έδειξε πως την ενέκρινε.
 Εκείνη κοντοστάθηκε, γύρισε τους κοίταξε και χαμογέλασε πλατιά.
«Πάνω;» ρώτησε, με το δάχτυλο της έδειχνε τις σκάλες. Ο Μιχάλης της έγνεψε καταφατικά και ενημέρωσε τον Θάνο ότι είχε κλείσει θέσεις στο θεωρείο, 1η σειρά.
«Με θέα από ψηλά λοιπόν» είπε ο Θάνος και ανέβηκαν.
Το θέατρο δεν ήταν μεγάλο. Οχτώ σειρές κάτω και πέντε επάνω. Τα καθίσματα ήταν αναπαυτικά και πρόσφατα ανακαινισμένα. Ο Μιχάλης κάθισε στη μέση για να είναι κοντά και στους δυο. Σε μια αίθουσα που όλο και γέμιζε, οι τρεις τους σε μια στιγμή αμήχανης σιωπής, αφέθηκαν στη φασαρία του πλήθους.

«Διασκευή ποιας αρχαία τραγωδίας είναι το θεατρικό;» έσπασε τον πάγο Θάνος.
«Καλά ρε. Εδώ και τρεις μήνες μας πρήζει ο Άρης. Πάλι το ξέχασες;» τον επίπληξε ο φίλος του.
«Αφού με ξέρεις, δεν τα πάω καλά με τα αρχαία. Είδες το όνομα του Άρη; Κάτω – κάτω στην μαρκίζα. Κανά δίλεπτο θα παίξει ο ατάλαντος.» γέλασε δυνατά χλευάζοντας τον φίλο τους που συμμετείχε στην παράσταση.
«Ο ρόλος του, ένα μυστήριο» είπε ο Μιχάλης στην Ειρήνη «Χρυσό τον κάναμε για να μας πει. Τίποτα αυτός.»
«Και να ‘μαστε. Ήρθαμε!» είπε εύθυμα ο Θάνος «Τελικά θα μου πεις;» ξαναρώτησε τον Μιχάλη.
«Ιφιγένεια εν Ταύροις» του απάντησε η Ειρήνη.
Τα φώτα έσβησαν.



Πράξη 2: Η Παράσταση

Οι φωνές και τα γέλια σταμάτησαν στο σκοτάδι. Μια απαλή μουσική με ξαφνικές εντάσεις που προκαλούσαν αγωνία ξεκίνησε να παίζει. Η σκηνή φωτιζόταν ελάχιστα σε διάφορα σημεία ώστε να προκαλεί μυστήριο στο μάτι του θεατή. Ελάχιστα αντικείμενα μπορούσε να διακρίνει κανείς από το όλο σκηνικό.
Δυο φιγούρες ξεπρόβαλαν από αριστερά. Κινήθηκαν στο χώρο αργά. Δεν μιλούσαν.
Ο Θάνος πλησίασε στο αφτί του Μιχάλη και τον ρώτησε αν τους ξεχωρίζει. «Νομίζω» του είπε «αυτός δεξιά είναι ο Άρης». Ο Μιχάλης ανασήκωσε τους ώμους του «Δε μπορώ να καταλάβω. Είναι πολύ σκοτεινά» του απάντησε και συνέχισαν να παρακολουθούν.
Για μερικά λεπτά στην παράσταση κυριαρχούσαν οι ήχοι από μετακινούμενα έπιπλα και συρτάρια που ανοιγόκλειναν από τους ηθοποιούς. Έπειτα πάλι ησυχία. Οι φιγούρες πλησίασαν η μια την άλλη.
«Βρήκες τίποτα» ρώτησε μια αντρική φωνή.
«Ναι» απάντησε ο δεύτερος. «Το χρηματοκιβώτιο είναι πίσω από τον μεγάλο πίνακα. Έχεις το κλειδί;»
«Όχι» είπε ο άλλος «Έψαξα όλα τα συρτάρια. Δεν το βρήκα πουθενά. Ίσως το ‘χει κρύψει αλλού ο καριόλης.»
«Ξαναψάξε»
Η μουσική δυνάμωσε ξαφνικά, δημιουργώντας ταχυπαλμία στους θεατές και τα φώτα στη σκηνή άναψαν αποκαλύπτοντας το σκηνικό ενός σαλονιού, τους δυο άντρες(προφανώς κλέφτες) και έναν ακόμα άντρα να στέκεται στην άκρη δεξιά. Τα έπιπλα ήταν παλιά και φθαρμένα. Μια πολυθρόνα, ένα σκαμπό, ανάμεσα τους ένα χαμηλό τραπεζάκι, πίσω από αυτά ένα σύνθετο με πολλά συρτάρια, στολισμένες κορνίζες, μια εσοχή με ποτήρια και δίπλα η κάβα γεμάτη μπουκάλια. Αριστερά από το μεγάλο σύνθετο υπήρχε μια πόρτα και δεξιά κρεμασμένος στον τοίχο ένας μεγάλος πίνακας.
Πλάι στον πίνακα αυτόν στεκόταν ο ψηλός και εύσωμος άντρας φορώντας την ρόμπα του. «Τι κάνετε εκεί αλήτες;» φώναξε. Οι δυο κλέφτες αιφνιδιασμένοι έτρεξαν προς την πόρτα. Ένας πυροβολισμός τους σταμάτησε. Ο ένας από τους δυο έπεσε στο πάτωμα. Το κοινό αναφώνησε. Ο άντρας δεξιά κρατούσε ένα όπλο που έβγαζε καπνό. Ο δεύτερος άντρας πάγωσε πλάι στον πυροβολημένο συνεργάτη του.
Μια κραυγή ακούστηκε από τη σκηνή και μια νέα γυναίκα, η Ευγενία, έκανε την είσοδο της αναστατωμένη. «Θωμά τι συμβαίνει;» σχεδόν ούρλιαξε. «Μείνε πίσω εσύ» της φώναξε και την τράβηξε από το χέρι «Κι εσύ απομακρύνσου από την πόρτα» είπε σημαδεύοντας τον όρθιο άντρα. Εκείνος με σκυμμένο το κεφάλι πλησίασε στην πολυθρόνα. Ο γεροδεμένος άντρας πήγε προς το μέρος του. Ακούμπησε το όπλο κάτω από το σαγόνι του και το έσπρωξε προς τα πάνω για να δει το πρόσωπό του.
Έκπληκτος  αναφώνησε «Εσύ δεν είσαι ο…» έχασε τα λόγια του.
«Ανέστη, αδελφέ μου» ούρλιαξε η Ευγενία. «Τι έκανες;».
Ο ψηλός άντρας τον χτύπησε στο σβέρκο με το όπλο και τον έριξε κάτω λιπόθυμο. Τα φώτα έσβησαν και πάλι, οι ηθοποιοί έφυγαν γρήγορα από τη σκηνή και το σκηνικό έκανε μια στροφή 180 μοιρών.
Ο Μιχάλης γύρισε προς τον Θάνο, κοιτάχτηκαν και ταυτόχρονα αναρωτήθηκαν «Που είναι ο Άρης;»
«Στην κονσόλα θα τον έχουν να ρυθμίζει τον ήχο».
«Μπα, μάλλον στα φώτα, άναμμα - σβήσιμο. Θα μπερδευτεί στην κονσόλα.»
Ξεσπάσαν σε γέλια. ‘Σσσσσουτ’ έκανε μια κυρία από πίσω. Η Ειρήνη ντράπηκε, δεν συνήθιζε να χαζολογάει στα θέατρα ούτε να δέχεται παρατηρήσεις. Ούτε καν μπορούσε να συμμετέχει στους αστεϊσμούς των αγοριών. Δεν γνώριζε τον φίλο τους. Σκούντηξε τον Μιχάλη με τον αγκώνα της και του έκανε νόημα με το δάχτυλο κολλημένο στα χείλη της να σωπάσει. Εκείνος υπάκουσε. Αισθάνθηκε μοιρασμένος ανάμεσα στον φίλο του και την κοπέλα που συνόδευε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.  Έπρεπε να κρατήσει τις ισορροπίες.
Η παράσταση συνεχίστηκε. Το δράμα εξελίχθηκε μισό στο σαλόνι με το μαρτύριο της Ευγενίας από τον σκληρό και αρρωστημένο σύζυγο της, τον οποίο είχε αναγκαστεί να παντρευτεί από δέκα έξι χρονών. Την είχε εσώκλειστη μέσα στο σπίτι όλα αυτά τα χρόνια. Μακριά από την οικογένεια της και τον κοινωνικό της περίγυρο. Την είχε καταντήσει δούλα του σπιτιού και τον διεστραμμένων σεξουαλικών ορέξεων του. Έπρεπε να ξεφορτωθούν τον νεκρό κλέφτη και να τον βοηθήσει να κάνει το ίδιο με το ρεμάλι τον αδερφό της. Όλα αυτά βέβαια μέσω της βίας και των απειλών, δεν συνήθιζε να της συζητάει χάρες.
Από την άλλη είχε τον αδερφό της, στο υπόλοιπο μισό σκηνικό, που ήταν ένα σχεδόν άδειο υπνοδωμάτιο με ρημαγμένους τοίχους. Αυτός με τη σειρά του προσπαθούσε να την πείσει να τον σώσει και να αποδράσει μαζί του. Μεγάλο το δίλημμα και τα ρίσκα της. Από τη μια ο βάρβαρος σύζυγος της από τον οποίο ήθελε να φύγει και να γλυτώσει τα βασανιστήρια που την υπέβαλλε, και από την άλλη ο αδερφός της ο κλέφτης που ναι μεν τον αγαπούσε όμως τόσα χρόνια δεν πήγε ποτέ να τη βρει, να τη βοηθήσει. Και τι θα έκανε έξω στον πολιτισμό που έχει ξεχάσει πως είναι να κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους;
Τελικά αποφάσισε να σώσει τον αδελφό της και την ίδια από τον τρελό σύζυγό της που τους είχε κλειδωμένους μέσα στο σπίτι. Το σχέδιο όμως δεν πήγε καλά. Ο Θωμάς τους πρόλαβε λίγο πριν σπάσουν την κλειδαριά με το όπλο, το οποίο βεβαία είχε αφήσει άσφαιρο όταν κατάλαβε τι ετοίμαζαν. Και όταν πια στάθηκε εμπόδιο στην έξοδο τους κρατώντας έναν μπαλτά για να τους πετσοκόψει, ήρθε η βοήθεια από ψηλά. Μια νέα παρουσία κατέβηκε πάνω από τους πρωταγωνιστές φορώντας μόνο ένα λευκό πανί και έχοντας βαμμένο άσπρο το πρόσωπο του.
«Να τος» φώναξε ο Μιχάλης.
«Ο από Μηχανής θεός» είπε η Ειρήνη.
«Ο Άρης» συμπλήρωσε ο Θάνος και σηκώθηκε χειροκροτώντας  θερμά τον φίλο του. Κάποιοι θεατές επηρεάστηκαν από τον ενθουσιασμό του και  έκαναν κι εκείνοι το ίδιο. Η παράσταση ωστόσο δεν είχε τελειώσει. Αφού ηρέμησε το ένθερμο κοινό, ο Άρης  έπαιξε τον ρόλο του, ο οποίος ήταν το φάντασμα του δολοφονημένου κλέφτη. Εμπόδισε τον αρρωστημένο σύζυγο να επαναλάβει ακόμα ένα φόνο, που θα ήταν διπλός αυτή τη φορά, και άνοιξε την κλειδωμένη πόρτα στα αδέλφια για να φύγουν.
«Τέλος καλό, όλα καλά!» είπε ο Μιχάλης.
Η αυλαία έπεσε. Τα φώτα άναψαν και οι ηθοποιοί υποκλίθηκαν στο κοινό. Ο Θάνος από το θεωρείο καθώς χειροκροτούσε, φώναξε «Αρηηηη… είσαι Θεός».


Πράξη 3: Το Αδιέξοδο

Ο Μιχάλης, η Ειρήνη και ο Θάνος περπάτησαν μέχρι την στάση του λεωφορείου τριακόσια περίπου μέτρα μακριά από το θέατρο. Γύρω τους όλοι συζητούσαν για την παράσταση, το ίδιοι κι εκείνοι.
«Θεαματική είσοδο έκανε το φιλαράκι μας.» παίνεψε ο Μιχάλης τον Άρη.
«Ναι. Τον είδες… σαν τον Ρουβά στο Appolon Palace, τότε που κατέβαινε με τα φτερά.» είπε ο Θάνος γελώντας «Όσο για την παράσταση, μια παρωδία»
«Εμένα μ’ άρεσε!» διαφώνησε η Ειρήνη «Είχε ενδιαφέρον, ένταση, ωραίους διαλόγους»
«Στον μονόλογο της Ευγενίας νύσταξα» συνέχισε ο Θάνος «Επίσης θα έπρεπε να  αλλάξουν το τέλος. Ο από μηχανής θεός και αηδίες. Αυτά ήταν για τις τραγωδίες των αρχαίων. Θα μπορούσε ο σεναριογράφος  να  δώσει μεγαλύτερη δύναμη στους ήρωες. Να τους κάνει πιο έξυπνους, πιο πανούργους. Τότε θα είχαμε μια πραγματική ανατροπή και μια πιο ενδιαφέρουσα διασκευή του δράματος. Την Ευγενία να σκοτώνει τον άντρα της, να σώζει τον αδερφός της και να φεύγει μόνη με τα εκατομμύρια του συγχωρεμένου!»
«Ε, δεν γίνετε αυτό που λες» τον διέκοψε ο Μιχάλης. «Είναι αντιδεοντολογικό να διασκευάζεις ένα αρχαίο δράμα και να του αλλάζεις τα βασικά του μέρη. Άλλωστε οι άνθρωποι πάντα θέλουμε να έχουμε την αίσθηση ότι κάποιος  μας βοηθάει. Είτε είναι από ψηλά, είτε από τους γύρω μας ή ακόμα κι ένας άσχετος που βρέθηκε στο δρόμο μας. Το έχουμε ανάγκη. Δεν γίνεται να αναιρέσεις ολόκληρη την τροπή ενός έργου.»
«Ο καθένας πρέπει να βρίσκει τη δύναμη ή τον τρόπο να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις μόνος του, χωρίς να περιμένει βοήθεια. Εννοώ είναι λάθος σκεπτικό το να υπομένεις παθητικά και να περιμένεις από τρίτους να σε σώσουν. Πέρα από το θέατρο, μιλάω για την ίδια τη ζωή.» έφερε αντίλογο ο Θάνος. «Τότε που μου επιτέθηκαν να με ληστέψουν στο στενό, θυμάσαι; Τους έδωσα ότι είχα πάνω μου, λεφτά, κινητό, το ρολόι… όλα. Όμως δεν μ’ άφησαν να φύγω. Με χτύπησαν αλύπητα, ο ένας κρατούσε μαχαίρι. Πρώτη φορά φοβήθηκα τόσο. Έφαγα αρκετές, αλλά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα γλυτώσω. Όταν ακούστηκε από μακριά η σειρήνα του περιπολικού και ταράχτηκαν για μια στιγμή. Τότε ήταν η ευκαιρία μου. Κλώτσησα τον ένα στα σκέλια, έσπρωξα τον άλλο και έτρεξα να σωθώ. Κανένας δεν ήρθε να με βοηθήσει.»
«Εμένα όμως τότε με το τρακάρισμα, που είχα στριμωχθεί μέσα στο αυτοκίνητο και αιμορραγούσα, αν δεν είχε περάσει τυχαία εκείνη τη νύχτα ένας περαστικός να με δει ίσως να ήμουν νεκρός τώρα.» είπε ο Μιχάλης «Ήταν ο δικός μου από μηχανής θεός». Απευθύνθηκε στην Ειρήνη «Εσύ τι λες; Ποια η άποψη σου;»
Εκείνη δίστασε στην αρχή να απαντήσει, όμως βρήκε  τη δική της χρυσή τομή. «Θα συμφωνήσω και με τους δυο. Ναι μεν είναι προτιμότερο να μπορείς να ξεπερνάς μόνος σου τις δυσκολίες. Αλλά ο καθένας μπορεί να βρεθεί σε αδιέξοδο και να μην υπάρχει τρόπος να βοηθήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας τρίτος θα ήταν πραγματικά σωτήριος για να δώσει τη λύση. Άσε που αυτός ο τρίτος τα κάνει όλα πιο εύκολα, γιατί να ζοριζόμαστε;» κατέληξε να λέει γελώντας για να ελαφρύνει το κλίμα μεταξύ των αγοριών. «Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω βρεθεί ποτέ σε μια τόσο τραγική κατάσταση.»
Η ώρα πέρασε με την κουβέντα και δεν κατάλαβαν πόσο γρήγορα είχαν φτάσει στη στάση του λεωφορείου, το οποίο φαινόταν από μακριά να πλησιάζει.
«Λοιπόν, αγόρια καλή η παρέα σας, αλλά πρέπει να σας αφήσω» είπε η Ειρήνη και αγκάλιασε τον Μιχάλη. Εκείνος τη φίλησε στο στόμα πεταχτά και της πρότεινε να κοιμηθεί σπίτι του, όμως του αρνήθηκε. Το λεωφορείο φρέναρε πίσω τους, άνοιξαν οι πόρτες του. «Να προσέχετε» φώναξε καθώς έμπαινε μέσα. Κόλλησε το πρόσωπό της στο παράθυρο ενώ το μακρύ όχημα απομακρυνόταν.
Σ’ όλη τη διαδρομή σκεφτόταν την κουβέντα που προηγήθηκε. Απορροφήθηκε με τα λεγόμενα και την επιμονή του Θάνου. Κόντεψε να χάσει τη στάση της. Ευτυχώς κάποιος άλλος είχε πατήσει το κουμπί για να βγει στην ίδια στάση και ο θόρυβος την πόρτας την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι έφτασε στον προορισμό της. Το σπίτι της απείχε τέσσερα τετράγωνα. Έστριψε δεξιά για να κατέβει τη μεγάλη κατηφόρα. Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα. Η γειτονιά της πάντα ήσυχη. Στο τέρμα της κατηφόρας έστριψε αριστερά και συνέχισε την πορεία της πάνω στο πεζοδρόμιο. Στην απέναντι μεριά δεν υπήρχαν σπίτια, μόνο χέρσες εκτάσεις και λίγα δέντρα.
Έπρεπε να περάσει από τρεις μεζονέτες, μια ερειπωμένη μονοκατοικία και μετά ξεκινούσαν οι τριώροφες πολυκατοικίες όπου σε ένα από τα διαμερίσματα έμενε εκείνη με την αδερφή της. Η σιωπή της νύχτας άρχισε να την ενοχλεί. Αναζήτησε κάποιο φως αναμμένο στα πρώτα σπίτια έστω και από τηλεόραση. Όμως τίποτα, όλα σκοτεινά. Αισθανόταν εντελώς μόνη και οι σκιές την τρόμαζαν.
Όταν έφτασε έξω από την ερειπωμένη μονοκατοικία με τον χορταριασμένο κήπο και τα σπασμένα παράθυρα στάθηκε για λίγο. Ένα πετραδάκι είχε μπει το παπούτσι της και την ενοχλούσε στο περπάτημα. Έσκυψε. Η σκουριασμένη αυλόπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Έβγαλε το πετραδάκι αναποδογυρίζοντας  το παπούτσι της, έπειτα το ξαναφόρεσε και ίσιωσε το κορμί της. Μπροστά της στεκόταν τώρα ένας άγνωστος άντρας. Ήταν αξύριστος και μύριζε αλκοόλ. Η Ειρήνη αισθάνθηκε την καρδιά της να φεύγει από τη θέση της. Έκανε ένα βήμα πίσω.
«Συγνώμη σε τρόμαξα» της είπε με σταθερή φωνή ο άγνωστος «Ψάχνω ένα σπίτι. Ποια οδός είναι εδώ;»
«Ποια οδό ψάχνετε;» ρώτησε η Ειρήνη αγέλαστη.
«Άσε» της είπε απαξιωτικά «το βρήκα το σπίτι» και την άρπαξε από το λαιμό. Της έκλεισε το στόμα και την έσπρωξε μέσα στην αυλή του ερειπωμένου σπιτιού. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Την χτύπησε στα πλευρά και  την έσυρε στο βάθος της αυλής. Φώναξε «Βοήθεια» δυο φορές, αλλά της ξανακλείσε το στόμα με την χοντρή του παλάμη. Ξάπλωσε από πάνω πλακώνοντας  το κορμί της με το βάρος του. Τα πόδια της είχανε ματώσει από το σύρσιμο, ένιωθε ένα με το χώμα και το χορτάρι.
Με το ένα του χέρι της κρατούσε κλεισμένο το στόμα και με το άλλο πίεζε έναν σουγιά στο στήθος της. «Αν ξαναφωνάξεις θα σου καρφώσω πρώτα αυτόν και μετά το εργαλείο μου» είπε αγριεμένα. Έχωσε ένα μαντήλι βαθειά μέσα στο στόμα της. «Ηρέμισε και θα δεις πόσο καλά θα περάσουμε οι δυο μας.» Έκρυψε τον σουγιά στην κωλότσεπη του παντελονιού του. Της έγλυφε το λαιμό και την χούφτωνε με το ένα χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε σφιχτά τα δικά της για να μην τον βαράει.
Η Ειρήνη έκλαιγε, τα δάκρυα της κυλούσαν στο έδαφος. Ήταν ανήμπορη, αδυνατούσε να τον χτυπήσει και να απαλλαγεί από τον όγκο του. Ήταν τόσο πιο δυνατός από αυτήν. Ήλπιζε ότι κάποιος θα την είχε ακούσει πρωτύτερα που φώναξε βοήθεια και από στιγμή σε στιγμή θα τον μάζευε η αστυνομία. Εκείνος άρχιζε να της σκίζει τα ρούχα. Τότε άκουσε έναν ήχο έξω από την αυλή. Μήπως ήταν ιδέα της, αναρωτήθηκε; Και όμως τον ξανάκουσε, ήταν βήματα γρήγορα βήματα που σταμάτησαν έξω από την αυλόπορτα. Νόμιζε ότι ήρθε κάποιος να τη σώσει όμως το γάβγισμα του σκύλου της έκοψε κάθε χαρά. Ο άντρας ανασηκώθηκε λίγο, του πέταξε μια πέτρα και ο σκύλος έφυγε.
«Τι έγινε; Χάρηκες; Νόμιζες ότι ήρθε ο σωτήρας σου;» την χαστούκισε τρεις φορές. «Κανείς δεν θα ‘ρθει». Ένιωθε  το καυλί του ανάμεσα στα μπούτια της. Κατέβασε το παντελόνι του αφού της έσκισε το εσώρουχο. Μπήκε απότομα στο μουνί της. Πόνεσε τόσο πολύ που νόμιζε ότι θα πέθαινε. Ένα αμάξι πέρασε τότε απ’ έξω. Σταμάτησε λίγο πιο κάτω χωρίς να σβήσει τη μηχανή. Οι ελπίδες της ξαναζωντάνεψαν. Ήθελε να ανοίξει το στόμα και να τσιρίξει για να την ακούσουν, πράγμα ακατόρθωτο. Τίποτα δεν έγινε. Το αμάξι έφυγε, ο βιαστής της συνέχισε να ξεφτιλίζει το κορμί της.
Μια πέτρα την ενοχλούσε στο κεφάλι. Αν δεν άλλαζε θέση αμέσως θα της το άνοιγε στα δυο. Και τότε πήρε την απόφαση. Κάτι έπρεπε να κάνει. Είχε δίκιο ο Θάνος, ήταν μόνη της, έπρεπε να αρπάξει τη στιγμή και να ξεφύγει. Το μόνο που της έμενε ήταν να τον παραπλανήσει. Σταμάτησε να κλαίει, άνοιξε τα πόδια της και τον δέχτηκε κι άλλο μέσα της. Κάποιες φίλες της έλεγαν «Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, απόλαυσε το». Η Ειρήνη όμως δεν ήταν παρθένα, μπορούσε να ξεχωρίσει την απόλαυση από την κτηνωδία. Ο βιαστής παρασύρθηκε από τι δική της χαλάρωση και αφέθηκε στο δικό της ρυθμό. Γέλασε. Γέλασε σαδιστικά καθώς της απελευθέρωνε τα χέρια για να ζουλίξει το γυμνό της στήθος.
«Έτσι θέλετε όλες. Αφού σας αρέσει, τσούλες»
Ήταν τα τελευταία του λόγια, πριν του ‘ρθει η πέτρα με δύναμη στο μέτωπο. Ζαλίστηκε. Δεν σταμάτησε να τον χτυπάει, αίματα πετάγονταν παντού. Τον έδιωξε από πάνω της. Τον έβλεπε να σπαρταράει και δεν σταμάτησε. Ακόμα κι όταν δεν ανέπνεε πια, εκείνη συνέχισε να τον βαράει.
Βγήκε ξανά στο πεζοδρόμιο, με σκισμένα και γεμάτα αίμα ρούχα, παραπατώντας. Πονούσε ολόκληρη, αλλά τουλάχιστον ήταν ζωντανή. Κατευθύνθηκε γοργά προς το σπίτι. Αισθανότανε τόσο βρώμικη όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της.

«Τελικά, δεν υπάρχει κανείς» ψέλλισε και άφησε την πέτρα να κυλήσει από την παλάμη της.


Θ.Κ.



Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Αποχαιρετισμός


Luz Casal - Un Ano de Amor

Ίδιος κι αυτός με τους άλλους.
Έρχονται, σε γοητεύουν, σου υπόσχονται και στο τέλος σε παρατάνε.
Ας αφήσω όμως τους προηγούμενους. Θα μιλήσω γι’ αυτόν, τον τελευταίο.

Αγάπες κι έρωτες δε μου πούλησε, ούτε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Οι χαρές και τα γέλια δεν μας έλειψαν, λίγες οι στεναχώριες. 
Μου σύστησε και νέους συναδέλφους. 
Οι βόλτες μας μακρινές και τα ταξίδια ονειρεμένα.
Το σεξ ακόμα πιο κτηνώδες. 
Μου χάρισε και δεύτερο παιδί, τη Νόρα.

Δε στεναχωριέμαι  που μας παράτησε. 
Θα τον θυμάμαι για πάντα.
Όλους τους θυμάμαι, όλοι κάτι αφήνουν πίσω.
Καμία φορά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν υπήρχαν;
Δε θα υπήρχα ούτε εγώ, γιατί δίχως αυτούς θα τελείωνε η ζωή μας.

Κάθε χρόνος είναι  διαφορετικός  κι ο νέος φαντάζει ωραίος.
Καλό νέο χρόνο λοιπόν! Ευτυχισμένο το 2014!
Αντίο αγαπημένο 2013..

Θ.Κ

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

το Αστέρι


Le Train - Ματριόσκα

Έφυγες.
Το εισιτήριο του αποχωρισμού σε πάει μακριά.
Σε ένα άβολο κάθισμα, 
παρακολουθείς το εναλλασσόμενο τοπίο καθώς σκοτεινιάζει.
Το είδωλό σου σε φιλάει στο μάγουλο, παγώνεις.
Σε μια στροφή κρυμμένη πίσω από το σούρουπο
εύχεσαι να κάνει το τρένο τον γύρο της επιστροφής.
Μα η στροφή γίνεται ευθεία πριν ολοκληρώσει τον κύκλο. 
Όλα πια μαύρα έξω από το τζάμι.
Κοιτάς ψηλά, κάτι φέγγει στο σκοτάδι.
Ένα Αστέρι!
Το ακολουθείς, κι όσο το ακολουθείς ανακαλύπτεις μια φλόγα.
Της ζεστασιάς, της Αγάπης.
Μην το χάσεις από τα μάτια σου, 
αυτό το Αστέρι θα σε φέρει πίσω,
θα σε φέρει πάλι σε εμένα.
Καλά Χριστούγεννα!

Θ.Κ.

Le Train - Ματριόσκα





Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Θεωρίες Συνωμοσίας: ΟΥΦΟ 42



Βγήκαν βιαστικά από το αμάξι, έφτασαν τρέχοντας στην εξώπορτα.  Ήταν κλειδωμένη. Ανησυχούσαν για τη μητέρα τους. Δε μπορεί να εξαφανίστηκε έτσι απλά. Έπρεπε να ψάξουν για στοιχεία. Ο πατέρας τους είχε πει πως ξύπνησε για να πάει στο αεροδρόμιο κι εκείνη έλειπε. Δεν άφησε καν σημείωμα.

‘Γωγώ, τα κλειδιά.’  είπε η Κική.

‘Κλειδιά; Κλειδιά;’ ψαχούλεψε στη τσάντα της η Γωγώ

‘Μπαμπάααα.. τα κλειδιά;’ φώναξε ο Μιχάλης.

Ο πατέρας τους φορτωμένος με τις αποσκευές του τελευταίου τους ταξιδιού, πλησίαζε τα σκαλοπάτια παραπατώντας.  Πάντα σήκωνε τα βάρη της  οικογένειας.  Φρόντιζε τα παιδιά του από μικρά, δεν ήθελε να τα βλέπει να ταλαιπωρούνται.  Και τώρα που η γυναίκα του δεν είναι πια μαζί τους θα τα προσέχει  εις διπλούν. 

‘Άντε ρε μπαμπά. Γρήγορα.’ είπε επιτακτικά η Κική.

Εκείνος έβγαλε τα κλειδιά από τη τσέπη και άνοιξε την πόρτα.  Μπούκαραν  μέσα ανυπόμονα.   «Γαβ, γουφ» το ενός έτους μαλτέζ-γριφόν  τεριέρ, ο Ταρζάν, όρμησε να τους καλωσορίσει. Έπεσαν και οι τέσσερις στο πάτωμα από τη χαρά. Ο πατέρας τους μετέφερε τα σακίδια στα δωμάτια του καθενός και τους είπε να μην ανησυχούν.

‘Η μητέρα σας πάντα επιστρέφει. Σας έχει και μια έκπληξη.’  έπειτα καληνύχτισε.

Οι εκπλήξεις της μητέρας βρίσκονταν πάντα στην κουζίνα. Πήγαν κατευθείαν εκεί. Στα ρουθούνια τους ήρθε αμέσως η αγαπημένη τους μυρωδιά. Μπανάνα.  Ο Μιχάλης άνοιξε  το ψυγείο και  πήρε το μεγάλο μπολ στα χέρια του. Λαχταριστή πουτίγκα με μπανάνα και μπισκότο.  Η Γωγώ έπιασε τρία καθαρά κουτάλια και κάθισε στο πάσο δίπλα από τον Μιχάλη.  Οι ματιές τους απορημένες, συναντήθηκαν.

‘Πού πήγε η Κική;’

Αν έτρωγαν το γλυκό δίχως αυτήν θα τους καταριόταν ένα μήνα, μπορεί και δίμηνο.  Κατέβηκαν από τα σκαμπό και τη γύρεψαν στα άλλα δωμάτια.  Την άκουσαν να μιλάει στο δωμάτιο του Ταρζάν.

‘Καν’ το πάλι. Καν’ το πάλι.’ επαναλάμβανε.

Η Γωγώ με τον Μιχάλη μπήκαν στο μικρό δωμάτιο, μόλις τους αντιλήφθηκε η Κική σήκωσε το δείκτη του δεξιού της χεριού ακουμπώντας τον στα χείλη και τη μύτη της. Τους έκανε νόημα να μη μιλήσουν. Δεν ήθελε να αποσπάσουν τη προσοχή του σκύλου. Έπαιζε με τα λούτρινα κυβάκια της αλφαβήτου. Διάλεξε τέσσερα ανάμεσα σε δεκάδες και τα έβαλε σε σειρά.«S», «L», «I», «M».Η Κική χάλασε τη σειρά, τα ανακάτεψε με τα υπόλοιπα και τον πρόσταξε να το ξανακάνει.  «SLIM» και πάλι. Τι να σήμαινε άραγε; Μήπως τον εκπαίδευσε κάποιος να το κάνει; Αποκλείεται. 

Ο πατέρας τους μόνο μπαλάκια ήξερε να του πετάει για να τα πηγαινοφέρνει και η μητέρα τους να τον χαϊδεύει όταν καθόταν στον καναπέ λες κι ήταν γάτος. Μήπως ήταν κάποιο μήνυμα; Μήπως η μητέρα τους προσπαθούσε να επικοινωνήσει μέσω του Ταρζάν;

‘Slim. Αδύνατος’ έκανε τη μετάφραση η Γωγώ.

‘Αδύνατη, η μητέρα είχε χάσει κιλά τελευταία’  συνέχισε η Κική.

‘Η μητέρα είναι πάντα αδύνατη, ανόητη.’ είπε ο Μιχάλης  ‘Slim.  Νομίζω ξέρω τι σημαίνει.’

‘Τι;’ ρώτησαν με αγωνία οι αδερφές του.

‘Θα σας πω, αλλά τσιμουδιά στον μπαμπά’

‘Λέγε μαλακισμένο.’ τον ταρακούνησε η Κική από το μανίκι.

‘Τα τσιγάρα της.’

‘Μα η μητέρα δεν καπνίζει . Το χει κόψει.’ είπε η Γωγώ.

Οι άλλοι δυο την γιούχαραν αποδοκιμάστηκα για την αφέλεια της.  Ένα χρόνο το μύριζαν επάνω της. Όταν τους αγκάλιαζε μετά το σχολείο, όταν τους φιλούσε πριν κοιμηθούν, όταν έπαιζε μαζί τους Σκοτεινό Δωμάτιο και έπρεπε να την αναγνωρίσουν. Δεν ήταν  τόσο προσεκτική όσο θα ήθελε. Μόνο τον άντρα της είχε ξεγελάσει κι απ’ ότι φαίνεται και την Γωγώ.

‘Ξέρω και που τα κρύβει’ είπε ο Μιχάλης  ‘πάμε στην αυλή’.

Περπάτησε μπροστά και τον ακολούθησαν οι αδερφές του από πίσω. Βγήκαν στην αυλή. Μετάνιωσαν που δε φόρεσαν τα μπουφάν τους, είχε ψύχρα. Με το φως του φεγγαριού πάτησαν ένα - ένα τα πέτρινα πλακάκια μέχρι που έφτασαν στα νυχτολούλουδα. Στο τελευταίο πλακάκι δεν πάτησε κανείς.  Ο Μιχάλης έσκυψε και το ανασήκωσε. Το πακέτο ήταν χωμένο από κάτω σε μια μικρή λακκούβα ώστε να μην χαλούσε την επίπεδη θέση του πλακιδίου.

Η Κική το πήρε από το χώμα. Είχε άλλο ένα από κάτω. Πήρε και τα δυο. Το δεύτερο ήταν αρκετά ελαφρύτερο. Ήταν άδειο.  Επέστρεψαν στο σαλόνι του σπιτιού, τοποθέτησαν τα δυο πακέτα στο χαμηλό τραπεζάκι και γονάτισαν στο χαλί.

‘Και τώρα; Βρήκαμε κάτι σημαντικό υποτίθεται;’ ρώτησε δύσπιστα η Γωγώ.

‘Το ένα είναι άδειο.’ είπε η Κική ‘το άλλο για να δούμε’

Το άνοιξαν. Έλειπαν μόνο τρία τσιγάρα. Ο Μιχάλης το πήρε στα χέρια του και το περιεργάστηκε. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο.

‘Μπίνγκο’ φώναξε ενθουσιασμένα ‘Δείτε εδώ. Έχει γράψει με στυλό έναν αριθμό.  42’

‘42;’ αναρωτήθηκε η Κική.

‘Η ηλικία της μητέρας.’ αναφώνησε η Γωγώ.

Κοιτάχτηκαν αμίλητοι.

‘Αποκλείεται. Η μητέρα είναι νεότερη. Κάτω από σαράντα.’  είπε ο Μιχάλης με ύφος αβέβαιο.

‘Τι λες βρε χαμένο. Σιγά μην είναι και 30.. Η μητέρα είναι 44 ακριβώς. Εγώ έβαλα τα κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων της.’

‘’Αρα;’

‘Άρα;’

‘Αρα..ξέρω ‘γω. Το άλλο πακέτο τι γράφει;’ 

Η Κική περιεργάστηκε το δεύτερο ‘Τίποτα’. 

Έτσι όπως το στριφογύριζε στα χέρια της ένιωσε κάτι να κινείται στο εσωτερικό του. Το άνοιξε και το έφερε ανάποδα. Ένας μεταλλικός ήχος ακούστηκε στην γυαλισμένη επιφάνεια του τραπεζιού. Η Γωγώ πρόλαβε και σταμάτησε το αντικείμενο πριν πέσει στο χαλί. Ήταν μια μικροσκοπική βίδα.

‘Να τη. Η βίδα από το laptop του μπαμπά που χάσαμε όταν το ανοίξαμε για να βρούμε κοριό.’ είπε ο Μιχάλης.

‘Laptop.  42. Το βρήκα! Η μητέρα στον υπολογιστή ακούει μόνο μουσική.’  είπε η Κική ‘Πρέπει να βρούμε το τραγούδι 42’

Μπήκαν αθόρυβα στο δωμάτιο των γονιών τους.  Ο πατέρας τους ροχάλιζε. Πήραν το laptop  πάνω από τη συρταριέρα και  έφυγαν στις μύτες των ποδιών τους. Το έβαλαν αμέσως σε λειτουργία.  Ήθελε κωδικό. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ο Μιχάλης ήξερε τους κωδικούς  κάθε ηλεκτρονικής συσκευής του σπιτιού. Υπολογιστών, κινητών, tablet και.. του μεταμεσονύκτιου προγράμματος της δορυφορικής.

Αναζήτησαν για αρχεία ήχου. Υπήρχαν αμέτρητοι φάκελοι με τραγούδια. Ελληνικά, ξένα, καινούρια, παλιά, συλλογές.  Όλοι είχα το όνομα της και δίπλα την αρίθμηση.  Δανάη1, Δανάη2, Δανάη3, Δανάη4.. και η λίστα γέμιζε ολόκληρη την οθόνη.

‘Δανάη42 έχουμε;’ ρώτησε απαισιόδοξα η Κική.

‘Μπααααα’

Τα παιδιά έψαχναν πλέον στα χάος των αρχείων της μητέρας τους. Δεν ήταν καν σίγουροι πως έψαχναν στο σωστό μέρος. Ίσως έκαναν λάθος, ίσως τα στοιχεία να τους οδηγούσαν και κάπου αλλού. Όμως σπάνια έπεφταν έξω.

‘Γαβ, γαβ , γαβ’ ο Ταρζάν εμφανίστηκε κουνώντας χαρωπά την ουρά του.

‘Ταρζάν, ήσυχα.’ είπε η Κική.

‘Θα ξυπνήσει ο μπαμπάς βρε αλητάκο’ είπε η Γωγώ και τον κράτησε στην αγκαλιά της.

‘Γαβ, γαβ, γαβ’ έκανε ο Ταρζάν πιο χαμηλόφωνα.

‘Ταρζάν’ επανέλαβε κοφτά η Κική.

Το σκυλί την κοίταξε με παράπονο βγάζοντας κλαψιάρικους ήχους.

‘Κάτι κάνουμε λάθος ή κάτι μας διαφεύγει.’ επισήμανε ο Μιχάλης.

‘Γαβ, γαβ, γαβ’ ξαναγάβγισε πιο δυνατά αυτή τη φορά σαν λευκό διαολάκι και έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο του για να γλυτώσει τις φωνές της Κικής.

Αλλά εκείνη δεν τον μάλωσε καθόλου. Ούτε τον κυνήγησε όπως θα έκανε οποιαδήποτε άλλη φορά.

‘Τον ακούσατε;’  είπε και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

Ο Μιχάλης κι η Γωγώ με γουρλωμένα μάτια κούνησαν τα κεφάλια τους θετικά.

‘Γάβγισε τρεις φορές’ είπαν όλοι  ταυτόχρονα.

‘Όσα και τα τσιγάρα που λείπουν από το πακέτο της μητέρας’ διαπίστωσε η Γωγώ.

‘Σωστά.’ συμφώνησε ο Μιχάλης.

‘Ας ανοίξουμε  τον φάκελο Δανάη3’ πρόσταξε η Κική.

Κι αυτό έκαναν. Έπειτα μέτρησαν τα αρχεία με τη σειρά, σταμάτησαν στο τραγούδι 42. 

Συγκρότημα: The Kelly Family.

Τίτλος: Fell in love with an Alien

Σφράγισαν τα χείλη τους με τις παλάμες σοκαρισμένοι. Τελικά είχαν δίκιο, η αρχική τους σκέψη επαληθεύτηκε. Ο πατέρας τους μπορεί να το αρνείται, όμως εκείνοι ξέρουν. Είχε ξανασυμβεί στο παρελθόν, τότε που η μητέρα τους υποτίθεται πως είχε πάει ταξίδι στην Ιταλία. Πώς να το πίστευαν; Αφού δεν είχε φέρει μαζί της ούτε μια τσάντα Versace.

‘Νομίζω δε χρειάζεται να κάνω μετάφραση.’ είπε με τρεμάμενη φωνή η Γωγώ.

Δυνατά φώτα τους τύφλωσαν από τη τζαμαρία του σαλονιού κι ένας τρομερά ενοχλητικός ήχος πλησίαζε όλο και περισσότερο το σπίτι.  Τα παιδιά πήγαν προς το τζάμι, ο Ταρζάν ήρθε και πάλι στο σαλόνι. Γρύλισε.Έτρεξαν ουρλιάζοντας προς το δωμάτιο των γονιών τους. Ξύπνησαν τον πατέρα τους με τις φωνές. Όσα έλεγαν του φάνηκαν τόσο ασυνάρτητα σαν να έβλεπε όνειρο. Τον τράβηξαν από τις πυτζάμες εκλιπαρώντας για βοήθεια .

‘Μπαμπά, τη μητέρα την απήγαγαν εξωγήινοι.’

‘Μπαμπά, ένα Ούφο είναι έξω από το σπίτι.’

‘Μπαμπά, πάρε την αστυνομία.’

‘Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά….’

Ζαλίστηκε. Τον κουβάλησαν μέχρι την εξώπορτα. Βγήκαν εκτός σπιτιού. Δίπλα στον πατέρα τους ένιωθαν άτρωτοι.

‘Φέρτε πίσω τη μητέρα μας.’ φώναξαν προς τους προβολείς.

Μια γυναικεία φιγούρα ξεπρόβαλε πλάι από το θορυβώδες όχημα.  Τα φώτα έσβησαν, το ίδιο και η μηχανή.

‘Τι κάνετε ξύπνοι τέτοια ώρα;’ ακούστηκε ενοχλημένη η φωνή της μητέρας τους.

Από την άλλη μεριά του οχήματος βγήκε η γιαγιά τους.

‘Αγαπούλες μου!’ φώναξε χαρούμενα.

Τελικά δεν ήταν Ούφο, η παλιά Mustang της γιαγιάς τους ήταν.  Μα πως ξεγελάστηκαν έτσι; Τις αγκάλιασαν και τις δύο. Είχανε πάει στην εκκλησία τους είπαν. Μεσανυκτική στην Αγ Τριάδα. Ο πατέρας τους ισχυρίστηκε πως το είχε ξεχάσει. Πριν μπουν όλοι στο σπίτι η Γωγώ πρόλαβε να κρύψει το πακέτο με τα τσιγάρα, το άδειο. Το γεμάτο(πλην τρία) δεν το βρήκε. Μυστήριο. 

Εξήγησαν τα πάντα στη μητέρα τους. Εκείνη έβαλε τα γέλια και τους έδωσε αυστηρή διορία μια μέρα να βρουν το πακέτο με τα τσιγάρα.  Της το υποσχέθηκαν και κάθισαν να φάνε το γλυκό. Είχαν ξεχάσει πόσο πολύ πεινούσαν με το όλο θέμα. Σχεδόν έγλυψαν το μεγάλο μπολ. Τσακώθηκαν για το τελευταίο μπισκότο. Ο Μιχάλης το άρπαξε και  μπουκώθηκε για να μην του το πάρουν τα κορίτσια. Εκείνες τον κυνήγησαν με τα κουτάλια.

Ο Ταρζάν ξεπρόβαλε από το δωμάτιο του. Τους χάζευε να κάνουν κύκλους στον διάδρομο.

‘Γουβ, γαφ’ δεν κατάφερε να γαβγίσει σωστά.. με πέντε τσιγάρα SLIM στο στόμα. 

                                                        ΤΕΛΟΣ





Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Φόρεσε με


    Διαβάζω για δεύτερη φορά την ίδια παράγραφο. Τα μάτια μου κλείνουν ανά δύο προτάσεις.

    Είμαι έτοιμος να παραδοθώ στο μαξιλάρι όμως ένας γνώριμος ήχος από το χωλ κάνει το κορμί μου να ανατριχιάσει. Μένω παγωμένος στο κρεβάτι με αφτιά προσηλωμένα.
    Ακούγεται ξανά. Η καρδιά μου πάλλεται σε ρυθμούς πανικού. Κινούμε αθόρυβα έξω από τα σκεπάσματα. Με τρεμάμενα χέρια ανοίγω το ένα φύλλο της ντουλάπας και κρύβομαι πίσω από τα παραφορτωμένα κρεμαστάρια.
    Σακάκια, μπουφάν, παντελόνια, πουκάμισα, γραβάτες. Δεν τα βλέπω μες το σκοτάδι, όμως τα νιώθω επάνω μου. Όχι όπως κάποτε που τα φόραγα. Τότε κάλυπταν τη γύμνια μου, με συνόδευαν. Νιώθω να με έχουν στριμώξει, προσπαθούν να με πνίξουν θαρρώ. Υψωμένα μανίκια, με διεκδικούν, "Φόρεσε με" μου ψιθυρίζουν ασταμάτητα κι επίμονα. Δύσπνοια. Πετάγομαι αλαφιασμένος έξω από τη ντουλάπα. 
    Ο ήχος στο χωλ συνεχίζει να γρατζουνάει τα τύμπανα μου. Σύρσιμο στο κρύο πάτωμα. Επαναλαμβάνεται πιο έντονα, πιο έντονα, πιο έντονα. Κάνει σαν τρελό.
    Είναι οι παντόφλες μου. Εκείνες που για χρόνια τις πατούσες μου ζέσταιναν. Που κάποια στιγμή πάλιωσαν και τις πέταξα. Τώρα με στοιχειώνουν.
   Ανάβω τη λάμπα. Οι παντόφλες σιωπούν. Παρατηρώ το κάθε ρούχο ξεχωριστά, όλα τα θαύμασα έστω για μια φορά στην ζωή τους. Κανένα δε θα πετάξω ξανά. Ίσως μερικά να χαρίσω..

   Διαβάζω για τρίτη φορά την ίδια παράγραφο. Νομίζω είδα όνειρο.
   Τσακίζω τη σελίδα 512 και αφήνω το βαρύ βιβλίο στο κομοδίνο. Οι πυτζάμες μου σιγοτραγουδούν, σαν να με νανουρίζουν.

                                                                                                  Θ.Κ.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Puzzle





Κομμάτι 2
Στην αρχή έφτιαξε το περίγραμμα. Δε δυσκολεύτηκε. Κοίταξε την εικόνα στο κουτί. Η Νεράιδα του Χειμώνα. Ξανθιά,  νέα, όμορφη, καθισμένη πάνω σε ένα κορμό δέντρου ντυμένη με ένα μακρύ λευκό φόρεμα. Τα ανοιγμένα της φτερά θαρρείς πως ταράσσονταν ανάμεσα στις νιφάδες χιονιού που έπεφταν ολόγυρα καλύπτοντας το τοπίο. Κλαδιά  δέντρων αχνοφαίνονταν σκοτεινά στο βάθος. Αρκετό λευκό, λίγο καφέ, ελάχιστο μαύρο. Ζόρικο παζλ, αλλά ευτυχώς μόνο πεντακόσια κομμάτια.
Ο κύρ Ανδρέας καθόταν στην αγαπημένη  του καρέκλα πάνω στο μπορντό  μαξιλάρι. Άπλωσε τα κομμάτια στην επιφάνεια του μικρού γραφείου στο σαλόνι. Πρωτύτερα είχε τραβήξει όλες τις κουρτίνες για να μπει άπλετο φως.  Ήταν ήδη περασμένες τρεις. Σκοπός του ήταν να το τελειώσει μέχρι το βράδυ.
Όσο η ώρα κυλούσε ο ουρανός συννέφιαζε και το φως της ημέρας χανόταν. Σειρά πήρε η λάμπα του πορσελάνινου φωτιστικού να τον βοηθήσει να διακρίνει τους διαφορετικούς  χρωματισμούς των κομματιών. Λευκό, λευκό, λευκό.  Όλα έμοιαζαν μεταξύ τους κι όμως δεν ήταν ίδια. Τα φτερά ξεχώριζαν από τις λεπτές γαλάζιες ασύμμετρες ραβδώσεις , το χιόνι από τις μαύρες σκιές των κλαδιών, ενώ το φόρεμα ήταν ολόλευκο σαν αυτό μετά το πλύσιμο του απορρυπαντικού, όπως θα έλεγε και η γυναίκα του η Ουρανία. Γέλασε.
‘Ντριν Ντριν. Ντριν Ντριν’
Το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ανάγκασε να σταματήσει το ξεχώρισμα των κομματιών. Έφτασε μέχρι την αγέραστη  κουτσομπόλα και σήκωσε το ακουστικό.
‘Παρακαλώ;’
‘Έλα πατέρα. Τι έγινε; Πως πήγε το πρωί;’
‘Όλα εντάξει γιε μου. Εγώ ότι ήταν να κάνω το έκανα. Θα πάρει λίγο χρόνο βέβαια.. έτσι μου είπαν.’
‘Καλώς, αναμένουμε λοιπόν.. πήρα επίσης για να σας πω ότι αύριο είναι τα γενέθλια της μικρής.’
‘Δε χρειαζόταν να μας το θυμίσεις. Το ξέρουμε.’
‘Οκ. Θα περάσω να σας πάρω με το αμάξι στις έξι. Πες στη μαμά να φτιάξει καμιά πίτα.’
‘Μόνο μία; Έχει πάει να ψωνίσει για να φτιάξει δυο. Και να μη σου πω ότι έχει ήδη ετοιμάσει το κέικ!’
‘Τέλεια! Ράνια, έλα να μιλήσεις στον παππού.’ .. ‘Παππού;’ ακούστηκε η παιδική φωνή.
‘Μωρό μου!’
‘Παππού τι μου πήρες;’
‘Έκπληξη αγάπη μου. Κάνε λίγο υπομονή και θα δεις. Θα σ’ αρέσει!’
 ‘Εντάξει παππού, γιούπιιιιι!’ ..
 ‘Καλό βράδυ πατέρα!’

Κομμάτι 4
Άφησε τις σακούλες στο τραπέζι της κουζίνας. Ξεφύσησε. Έβγαλε το μαντίλι από τον λαιμό και ήπιε δυο ποτήρια νερό από τη βρύση. Έπειτα φόρεσε την ποδιά της και άδειασε το περιεχόμενο από τις πλαστικές σακούλες προσεκτικά στον πάγκο. Η κυρία Ουρανία ήταν έτοιμη να φτιάξει τις πίτες της.
Προσπάθησε να είναι όσο το δυνατό πιο ήσυχη στην κουζίνα. Όταν τελείωσε έβαλε την κοτόπιτα στην πάνω σχάρα και την  πρασόπιτα από κάτω. Δυνάμωσε τον προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς και κάθισε στον καναπέ να δει τηλεόραση.  Δεν ήθελε να τον ενοχλήσει όσο ασχολιόταν με το παζλ του. Κάποια στιγμή μόνο τον ρώτησε αν πεινάει, όμως δεν πήρε απάντηση.
‘Πήρε κανείς τηλέφωνο;’ δεύτερη ερώτηση.
Εκείνος χαμένος στα κομμάτια του της απάντησε ‘Όχι’ με μια μικρή καθυστέρηση.
Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Ήταν ο Δήμος ο νοικάρης τους. Ζήτησε από τον κύρ Ανδρέα την ποιητική συλλογή που του είχε υποσχεθεί. Οι δυο τους κατέβηκαν στο υπόγειο της πολυκατοικίας σε ένα μικρό δωμάτιο πνιγμένο στα βιβλία.

Κομμάτι 3
Ανέβηκε την σκάλα φορτωμένη με τις σακούλες. Ένιωθε εξαντλημένη. Μετάνιωσε που πήγε στο παντοπωλείο χωρίς τον σύζυγο της. Την έπιασαν οι ηρωισμοί και αποφάσισε να πάει μονάχη. Αλλά τι να έκανε που έπρεπε σώνει και καλά να τελειώσει το παζλ του; Δεν του είπε κουβέντα, άλλωστε δυο πράγματα ήθελε να ψωνίσει. Τα υπόλοιπα.. «μπήκαν με δική τους βούληση στο καρότσι», αστειεύτηκε η φωνή στο κεφάλι της.
Στάθηκε έξω από την πόρτα, έψαξε στην τσάντα τα κλειδιά της. Τα βρήκε κάπου ανάμεσα στο κραγιόν και τη θήκη των γυαλιών μυωπίας. Από το εσωτερικό του σπιτιού άκουγε τον σύζυγο να μιλάει. Κράτησε το κλειδί στο χέρι και ακούμπησε το αφτί της στην πόρτα. «Κατινιά;» σκέφτηκε.. αλλά μια μικρή ανησυχία μέσα της την προέτρεπε να παραμείνει εκεί.
«…Μωρό μου… Έκπληξη αγάπη μου. Κάνε λίγο υπομονή και θα δεις.. Θα σ’ αρέσει..»
Κάποιος άναψε το κεντρικό φως της πολυκατοικίας. Η κυρία Ουρανία αναπήδησε, το μπρελόκ με τα κλειδιά έφυγε από τα χέρια της και προσγειώθηκε στο μωσαϊκό πλακάκι του διαδρόμου κάνοντας κρότο. Η πόρτα μπροστά της άνοιξε άξαφνα.
‘Καλώς την!’ είπε ο κυρ Ανδρέας και την βοήθησε να πάνε τα ψώνια στην κουζίνα.


Κομμάτι 6
Άνοιξε την πόρτα για να αφήσει έξω τα σκουπίδια. Οι δυο άντρες επέστρεφαν. Ο νοικάρης τους αποχαιρέτησε εγκάρδια, προσφέρθηκε κάλλιστα να κατεβάσει τα σκουπίδια στον κάδο της γειτονιάς.
‘Ευχαριστούμε Δήμο’ είπαν ταυτόχρονα.
Στη συνέχεια κλειδώθηκαν μέσα στο σπίτι. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Η κυρία Ουρανία πήρε ξανά θέση στον καναπέ. ‘Θα έρθεις να δούμε το επεισόδιο;’ ρώτησε.
‘Πρέπει να τελειώσω το παζλ’ απάντησε ο κύρ Ανδρέας από το σαλόνι.
‘Μη σώσεις..’ ψιθύρισε εκείνη πικρόχολα.
Παρακολούθησε το αγαπημένο της τηλεοπτικό σήριαλ μόνη. Λίγο πριν το φινάλε αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε αργότερα από τις φωνές του.
‘Μα που είναι το ρημάδι;’ βάρεσε την παλάμη του στο γραφείο.
‘Ανδρέα, τι έπαθες;’ περπάτησε βαριεστημένα προς το μέρος του με θολωμένα ακόμα τα μάτια.
‘Λείπει ένα κομμάτι. Δεν το βρίσκω.’
Εκείνη πλησίασε στο γραφείο, είδε το ατελείωτο παζλ  Έλειπε ένα κομμάτι από το κεφάλι της νεράιδας που απεικόνιζε ένα στεφάνι από λευκά τριαντάφυλλα. Εκείνος έψαχνε σαν τρελός κάτω από το χαλί.
‘Ψάξε ψάξε, κάπου εδώ γύρω θα είναι.’ είπε η κυρία Ουρανία και έκανε να φύγει.
‘Που πας; Βοήθησε με να το βρω’ ακούστηκε περισσότερο σαν διαταγή πάρα σαν παράκληση.
‘Μμμμ, την έννοια του είχα... Δεν ταιριάζει και πουθενά να το κρεμάσουμε. Αύριο να αγοράσεις άλλο. Καλύτερης ποιότητας και με όλα τα κομμάτια μέσα στο κουτί.’ είπε εριστικά.
‘Το πρωί που το είδες σου άρεσε. Ξαφνικά σου ξίνισε; Και ποιος σου είπε ότι θα το κρεμάσουμε στο σπίτι; Δώρο θα το κάνω.. αν βρω το αναθεματισμένο.’
‘Βέβαια, δωράκι.. που αν επιτρέπετε; Ε;’ στάθηκε, τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και περίμενε.
‘Ουρανία, πας καλά; Τι ύφος είναι αυτό;’ πήγε στην κουζίνα να δει αν έχει πάρει το χάπι της. Το δισκίο ήταν ακουμπισμένο πλάι στο μισοάδειο ποτήρι με το νερό.
‘Απάντησε μου’ ούρλιαξε εκείνη ‘έχεις γκόμενα;’
Ο κύρ Ανδρέας τα έχασε. Πρώτη φορά δεχόταν τέτοια επίθεση από εκείνη στα τριάντα πέντε χρόνια του γάμου τους. Ανησύχησε για την υγεία της. Στην λέξη ‘γκόμενα’ ανατρίχιασε η ραχοκοκαλιά του. Δεν την είχε απατήσει ποτέ του, ούτε το είχε σκοπό.
‘Χριστιανή μου, τι είναι αυτά που λες; Αύριο έχει γενέθλια η Ράνια μας, σ’ εκείνη θα το κάνω δώρο. Γι’ αυτό ήθελα να το τελειώσω σήμερα. Για να προλάβω να το πάω αύριο πρωί στο κορνιζάδικο.’
‘Τι;’ ρώτησε αμήχανα εκείνη.
‘Άκουσε εκεί.. ΓΚΟΜΕΝΑ.. ντροπή σου.’ Της έδωσε το χάπι στο στόμα. ‘Πιες το σε παρακαλώ, μην έχουμε χειρότερα αύριο. Πήρε τηλέφωνο ο Κυριάκος πριν, θα περάσει στις έξι να μας πάρει.. αν είμαστε καλά.’ την κοίταξε αυστηρά.
‘Τι;’ ρώτησε πάλι και ήπιε το χάπι της.
‘Τι τι; Τυρί! Έπρεπε να ακούσεις την μικρή χαρές που έκανε όταν της είπα ότι την  περιμένει μια έκπληξη!’


Κομμάτι 5
 Της είπε ψέματα. Γιατί; Αφού τον άκουσε να μιλάει στο τηλέφωνο. Ποιαν είχε αποκαλέσει ‘Μωρό του’ και ‘Αγάπη του’; Μέχρι πριν δυο λεπτά πίστευε ότι θα ήταν κάποια από τις κόρες τους. Όμως τώρα.. το μυαλό της κόντευε να σαλτάρει. Έπιασε το πολύχρωμο φτερό για ξεσκόνισμα από την αποθήκη και άρχισε να καθαρίζει με μανία τις επιφάνειες.
Κομοδίνα, καρέκλες, τραπέζια, φωτιστικά και όλα τα κάδρα. Τα περισσότερα ήταν κορνιζαρισμένα παζλ που απεικόνιζαν διάσημους πίνακες του Mone, του Van Gogh και αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου. Όλα δικά του δημιουργήματα. Δεν τον βοήθησε ποτέ να τα φτιάξει, ούτε ένα. Τα βαριόταν. Μίσησε εκείνον και μαζί μίσησε τα έργα του. Μια ζωή ασχολιόταν με την ποίηση και πάζλ του. Ζήλεψε, εκείνη δεν είχε ποτέ ένα χόμπι, πέρα από τη μαγειρική της. «Έπρεπε να πάω να μάθω Μπριτζ, τότε που με παρακάλαγε η Μπουμπού! Νααα.. ζων.» μούντζωσε τον εαυτό της.
«Θα γνώρισε καμιά Ρωσίδα ο ελεεινός.» Δάκρυσε για τα τριανταπέντε χρόνια γάμου τους.  Το πρωί κατέθεσε και τα χαρτιά για την σύνταξη του. Έτσι εξηγείτε  «Μυρίστηκε το Εφάπαξ η βρώμα». Κοίταξε το ανολοκλήρωτο παζλ και μετά την εικόνα της ξανθιάς νεράιδας στο κουτί. «Μ’ αυτήν μοιάζει; Τι είναι καμπαρετζού;». Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τον εαυτό της. Φορούσε μια ριχτή σωμών πουκαμίσα και από κάτω ένα φαρδύ σκούρο μπλε παντελόνι. Δεν τόλμησε να αγγίξει τα γεροντόπαχα της ούτε καν τα πεσμένα της στήθη. Ξεσκόνισε το γραφείο του συγχυσμένη. Ένα μικρό κομμάτι από το παζλ έπεσε στο χαλί. Το είδε. Δεν το έκανε επίτηδες.
Πήγε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έφαγε δυο μπουκιές από το κέικ που είχε φτιάξει για τα γενέθλια και αμέσως έβγαλε την ηλεκτρική σκούπα από το ντουλάπι της αποθήκης. Σκούπισε τα ψίχουλα κάτω από το τραπέζι  κι ύστερα τράβηξε τη σκούπα μέχρι το χαλί του σαλονιού. Άκουσε το κομμάτι του παζλ να χτυπάει σαν στρακαστρούκα καθώς το ρούφαγε ο μεταλλικός σωλήνας. Έπειτα άδειασε τον χάρτινο  κάδο στη μεγάλη σακούλα με τα πεταμένα τσόφλια των υπόλοιπων άχρηστων υλικών.  ‘Σκουπιδάκια τέλος’ είπε.

Ήξερε ότι θα τον πλήγωνε βαθιά μ’ αυτό που έκανε. Ήξερε ότι ένα ανολοκλήρωτο παζλ θα ήταν όπως μια κοτόπιτα χωρίς δυόσμο ή χειρότερα, χωρίς μοσχοκάρυδο. Οσμίστηκε τον αέρα του σπιτιού. Μειδίασε ικανοποιημένη. Οι πίτες ήταν έτοιμες. Έσβησε τον φούρνο.

ΤΕΛΟΣ