Σελίδες

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Θεωρίες Συνωμοσίας: ΠΤΗΣΗ 230



Ώρα 23:02, ημέρα Τετάρτη 13 Απριλίου. Ο άνεμος είχε κοπάσει από το απόγευμα, λίγο μετά το χαλάζι. Οι επιβάτες της πτήσης 230 από Βουδαπέστη προς Αθήνα περνούσαν ένας μετά τον άλλο στον διάδρομο που κατέληγε στην είσοδο του μικρού αεροπλάνου. Τους  υποδέχθηκε με χαμόγελο η ξανθιά αεροσυνοδός ευχόμενη ένα καλό ταξίδι σε όλους.  
Ο νεαρός άντρας κοίταξε το εισιτήριο του, 19F.  Τα καθίσματα ήταν τρία σε κάθε πλευρά δεξιά και αριστερά. Προσπέρασε τις πρώτες σειρές δίχως να ρίξει ματιά στα νούμερα. Κάπου στη μέση κοντοστάθηκε, κάποιος τον εμπόδιζε να περάσει. Ήταν ένας μελαχρινός άντρας με μούσι που ανέβαζε τον σάκο του στο ντουλάπι αποσκευών πριν καθίσει στη θέση του, 8A. Έπειτα προχώρησε προς το βάθος, δέχθηκε ένα δεύτερο χαμόγελο από την κοκκινομάλλα αεροσυνοδό και συνέχισε την πορεία του. Μετρούσε μια – μια τις σειρές συγχρονίζοντας το μέτρημα με τα βήματα του λες και δεν ήταν αριθμημένες με μεγάλα μαύρα γράμματα. Στη σειρά 15 σταμάτησε και κοίταξε πάλι το εισιτήριο του. Η γιαπωνέζα  επιβάτης στη θέση 15F τον κάρφωσε με τα μια πλάγια ματιά, το ίδιο κι εκείνος. Το ενοχλητικό γέλιο μιας νεανικής παρέας στα δεξιά του απέσπασε την προσοχή. Προχώρησε χωρίς άλλη καθυστέρηση στις πιο πίσω θέσεις. Η τρίτη μελαχρινή αεροσυνοδός του χαμογέλασε όπως και οι προηγούμενες δυο, η παρουσία της μπροστά του τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως είχε φτάσει στο τέρμα του διαδρόμου. Η 19F βρισκόταν στην τελευταία αριστερή σειρά καθισμάτων.
Ώρα 23:15. Μικρές οθόνες άνοιξαν από ψηλά,  εμπρός από τα καθίσματα των επιβατών δείχνοντας σε video τις απαραίτητες πληροφορίες ασφάλειας που έπρεπε να γνωρίζουν. Το αεροπλάνο άρχισε να κινείται, οι τρεις αεροσυνοδοί έλεγξαν τους πάντες αν έχουν δέσει τις ζώνες τους. Έπειτα ακούστηκε από το μεγάφωνο  το μήνυμα υποδοχής και οι ευχές για μια καλή πτήση στα Ουγγρικά και στα Ελληνικά.  Τα φώτα έσβησαν. Απογείωση.
Κάποιοι κοιμόντουσαν ήδη στη βραδινή αυτή πτήση. Άλλοι απλά χαλάρωναν στα αναπαυτικά καθίσματα τους. Κάποιοι άλλοι όμως δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να ψιθυρίζουν από τη ώρα που κάθισαν στις θέσεις τους. Ο Μιχάλης, η Κική και η Γωγώ. Θέσεις 15A, 15B, 15C. Σχολίαζαν το ελληνικό μήνυμα που ακούστηκε προ ολίγου από το μεγάφωνο, λόγω κακής προφοράς και λάθους τονισμού των λέξεων.
‘Καλώς ηρθάτε στο άεροπλανο μας!’ μιμούταν ο Μιχάλης τη φωνή και χασκογελούσαν οι τρεις μαζί.
‘Και η καθηγήτρια μας έτσι μιλούσε στην αρχή τα ελληνικά’ είπε η Γωγώ.
‘ «Εγκώ μάθει Χαγκάρικα έσενα» μου είχε πει την πρώτη μέρα και έτρεχα στη μαμά κλαίγοντας  γιατί νόμιζα ότι ήταν ρομπότ’ είπε γελώντας η Κική.
Ένας ηλικιωμένος από πίσω τους έκανε παρατήρηση να σωπάσουν. Εκείνοι υπάκουσαν, όμως δεν άντεξαν για πολύ να παραμείνουν μουγκοί.  Ο Μιχάλης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, κοίταξε προς τα πίσω. Το επανέλαβε άλλες δυο φορές.
‘Τι έπαθες;’ ρώτησε η Γωγώ χαμηλόφωνα.
‘Κάποιος έχει αναμμένο το φωτάκι στο προσκέφαλο του. Τελευταία σειρά αριστερά’ ψιθύρισε. Τα κορίτσια γύρισαν δίχως δεύτερη σκέψη.
‘Α, αυτός με το ξυρισμένο κεφάλι, τον είδα πριν. Ωραίος είναι!’ είπε η Κική ‘Κανείς δεν κάθεται δίπλα του. Μήπως θέλει παρέα, να πάω;’ έκανε ναζιάρικα.
‘Καλά μη χαίρεσαι, έχει άλλη σειρά. Η γιαπωνέζα στα δεξιά μας του έκανε ματάκια πριν.’ είπε η Γωγώ. Οι άλλοι δυο έστριψαν τα κεφάλια για να την κοιτάξουν. Η γιαπωνέζα άπλωσε εκείνη τη στιγμή το χέρι της και άναψε τη δική της λυχνία. Το πρόσωπό της φωτίστηκε, έδειχνε ανήσυχη . Οι τρεις τους γύρισαν αστραπιαία τα βλέμματα προς το παράθυρο τους.
 ‘Έχω την εντύπωση ότι αυτός ο καραφλός, πριν που έψαχνε τη θέση του, μίλησε με τον Άραβα που κάθετε πιο μπροστά μας.’
‘Ποιον Άραβα.. τον μελαχρινό με τα μούσια λες; Που έκανε φασαρία για τη θέση του;’ είπε η Γωγώ και οι τρεις ανασήκωσαν τα κορμιά τους. ‘Να τος εκεί. Παρατηρήσατε κάτι; Κάθετε.. κάθετε, δηλαδή και οι τρεις κάθονται..’
‘..δίπλα σε Παράθυρο.’ αναφώνησαν ταυτόχρονα.
‘Τυχαίο;’ ρώτησε ο Μιχάλης, όμως δεν περίμενε απάντηση.
‘Να σας πω κάτι..’ δίστασε για λίγο η Γωγώ ‘.. η γιαπωνέζα άφησε αναμμένο το κινητό της μέσα σε χαρτοφύλακα πάνω στο ντουλάπι. Την παρατήρησα πριν που τον ανέβαζε και ξέχασα να σας το πω.’
Έσφιξαν τις παλάμες τους φοβισμένοι. Οι χειρότερες εικόνες πέρασαν από το μυαλό τους. Το αεροπλάνο να πέφτει και να συνθλίβεται, να γίνεται αεροπειρατεία με προορισμό τη Συρία και να τους κρατάνε όμηρους, να ανατινάζεται το αεροσκάφος στον αέρα από κρυμμένα εκρηκτικά και άλλα πολλά. 
‘Δε θέλω να πεθάνω τόσο νέα.’ έσπασε τη σιωπή η Γωγώ.
Τα φώτα άναψαν σε όλο το διάδρομο. Ήταν μια μικρή ανακούφιση και για τους τρεις. Οι αεροσυνοδοί κυλούσαν τα καρότσια και μοίραζαν σάντουιτς με χυμό και νερό στους επιβάτες.
«Κρέας ή Τυρί» ρώτησε στα αγγλικά.
‘Both’ απάντησε στην αεροσυνοδό ο Μιχάλης κι εκείνη του έδωσε ένα σάντουιτς μόνο με σαλάμι. ‘Μα καλά, μισοφτιαγμένο σάντουιτς θα φάμε;’ αναρωτήθηκε.
‘Σκάσε και τρώγε, ίσως να είναι το τελευταίο σου γεύμα.’ είπε η Κική. 
Του έκατσε η μπουκιά στο λαρύγγι, ενώ η Γωγώ έφτυσε το νερό που μόλις κατάπιε. Οι αεροσυνοδοί επέστρεψαν για να μαζέψουν τα σκουπίδια. Τα φώτα έσβησαν και πάλι. Οι μικρές οθόνες μπροστά από τα καθίσματα έδειχναν την πορεία του αεροπλάνου. Μόλις είχαν περάσει πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Λιγότερο από τη μισή διαδρομή έμενε μέχρι την Αθήνα. Ο Μιχάλης, η Κική και η Γωγώ  δε σταμάτησαν να παρακολουθούν τα μυστήρια πρόσωπα των τριών επιβατών.  Όλα έδειχνα να πηγαίνουν καλά μέχρι που οι οθόνες άρχισαν να κάνουν «χιονάκια» και να παραμορφώνεται η εικόνα τους ώσπου άσπρισαν τελείως.
Ο μελαχρινός άντρας σηκώθηκε από τη θέση του και κατευθύνθηκε μπροστά, στις Πρώτες Θέσεις. Ταυτόχρονα η γιαπωνέζα  με χαμηλωμένο το πρόσωπο κινήθηκε βιαστικά πίσω προς την τουαλέτα. Στο τέρμα του διαδρόμου παραπάτησε και κρατήθηκε από το τελευταίο κάθισμα αριστερά. Ο νεαρός με το ξυρισμένο κεφάλι άπλωσε τα χέρια του για να τη βοηθήσει, εκείνη στάθηκε και πάλι στα πόδια της μέχρι που εξαφανίστηκε από το οπτικό πεδίο των παιδιών.
‘Το είδατε αυτό;’ είπε η Γωγώ πανικόβλητη ‘κάτι του έδωσε.’
‘Ο Άραβας πήγε μπροστά στον πιλότο’ συνέχισε ο Μιχάλης.
‘Κάτι πρέπει να κάνουμε.. κινδυνεύουμε’ είπε με τρόμο η Κική ‘Πρέπει να το πούμε σε όλους πριν να είναι αργά.’ πρότεινε όμως ο Μιχάλης την συγκράτησε.
‘Όχι δεν είναι καλή ιδέα. Θα επικρατήσει πανικός και ίσως γίνει χειρότερο κακό.’
‘Η κινέζα δεν έχει βγει ακόμα από την τουαλέτα. Πάω να δω τι κάνει.’ είπε η Γωγώ κι έφυγε.
Ο Μιχάλης με την Κική έμειναν μόνοι ‘Τι κάνουμε;’
Μάζεψαν όσο θάρρος έκρυβαν μέσα τους και χωρίστηκαν. Ο Μιχάλης προχώρησε ευθεία μπροστά και η Κική προς τα πίσω.
‘Μπορώ να καθίσω εδώ;’ ρώτησε τον νεαρό με το ξυρισμένο κεφάλι.
Εκείνος έγνεψε καταφατικά χωρίς να μιλήσει.  Γύρισε αμέσως σελίδα από το βιβλίο που κρατούσε σαν κάτι να έκρυψε . Το βιβλίο είχε τίτλο ‘Παγιδευμένοι’, η Κική ανατρίχιασε.
Η Γωγώ τράβηξε το χερούλι της τουαλέτας όμως η πόρτα δεν άνοιγε. Περίμενε λίγο και έπειτα χτύπησε. Άκουσε μια φωνή από μέσα, δεν κατάλαβε τι της έλεγε. Όταν είδε την αεροσυνοδό να πλησιάζει  άρχισε να ουρλιάζει.
'Είναι μέσα κλεισμένη και θα  ανατινάξει το αεροπλάνοοοοο'
Η Κική ακούγοντας τις φωνές της Γωγώς άρπαξε το βιβλίο από τον νεαρό με μια απότομη κίνηση και έτρεξε στο διάδρομο.
Ο Μιχάλης στεκόταν πίσω από τις κουρτίνες των Πρώτων Θέσεων. Δείλιασε για μια στιγμή όμως δεν οπισθοχώρησε. Μόλις άπλωσε τα χέρια του για να τις τραβήξει, τα φώτα τρεμόσβησαν. Ταυτόχρονα έφτιαξαν οι μικρές οθόνες δείχνοντας την πορεία σχεδόν πάνω από την Αθήνα.
Το αεροπλάνο πήρε μια κατηφορική κλίση δεξιά και επιτάχυνε. Ο Μιχάλης βρέθηκε ξαφνικά έξω από το πιλοτήριο πέφτοντας πάνω στο μελαχρινό άντρα που κρατούσε ένα κατσαβίδι. Η Κική σωριάστηκε στη μέση του διαδρόμου φωνάζοντας «Πέφτουμεεεεεε. Θα πεθάνετε όλοιιιιι», ενώ η Γωγώ με την αεροσυνοδό άνοιξαν την πόρτα της τουαλέτας βρίσκοντας τη γιαπωνέζα  μες τα αίματα.
Πανικός, τσιρίδες και κλάματα επικράτησαν τα επόμενα λεπτά. Μια αεροσυνοδός μίλησε από το μεγάφωνο στα ουγγρικά λέγοντας ότι το αεροπλάνο προσγειώνεται και να παραμείνουν όλοι στη θέση τους με δεμένες τις ζώνες. Φυσικά οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν μέχρι που το επανέλαβε στα αγγλικά. Η Κική σταμάτησε να φωνάζει υστερικά και τράβηξε μέσα από το βιβλίο μια φωτογραφία που προεξείχε . Την γύρισε ανάποδα…
 Το αεροπλάνο πάτησε Ελλάδα τσουλώντας τις ρόδες του στο έδαφος . Οι επιβάτες χειροκρότησαν ανακουφισμένοι.
Η  Γωγώ σοκαρισμένη είδε την αεροσυνοδό  να δίνει στην γιαπωνέζα μια σερβιέτα και μερικά υγρά πανάκια καθαρισμού. Η Κική έδωσε πίσω στον νεαρό το βιβλίο και τη φωτογραφία, στην οποία απεικονιζόταν ο ίδιος αγκαλιά με ένα φίλο του ανάμεσα σε ένα πλαίσιο από τα ομορφότερα μνημεία της Βουδαπέστης, ζητώντας του συγνώμη. Είχε κι εκείνη μια παρόμοια φωτογραφία με τη Γωγώ και τον Μιχάλη. Την έβγαλαν σε ένα αυτόματο μηχάνημα στην αυλή του Βασιλικού Κάστρου.
 Ο μελαχρινός άντρας ήταν υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας που βοήθησε  να επισκευαστούν οι μικρές οθόνες .
Τα παιδιά κάθισαν ντροπιασμένα πίσω στις θέσεις τους. Πόσο έξω είχαν πέσει; Οι αεροσυνοδοί τους έδωσαν μερικά ακόμα σάντουιτς και χυμό για να ηρεμήσουν πριν αποβιβαστούν. Ο ηλικιωμένος  από πίσω παλιόπαιδα τους ανέβαζε, κακομαθημένα  τους κατέβαζε.
‘Ευκαρίστουμε που διαλεξάτε την εταιρία μας για το τάξιδι αυτό!’ ήταν τα ηχογραφημένα λόγια που ακούστηκαν από το μεγάφωνο και έκαναν τα τρία παιδιά να γελάσουν όπως στο ξεκίνημα της πτήσης.

Ώρα 02:15.  Βγήκαν τελευταίοι από το αεροπλάνο αποχαιρετώντας τις αεροσυνοδούς με ζαβολιάρικα χαμόγελα. Έξω περίμενε ο πατέρας τους. Στο αμάξι του εξήγησαν τι συνέβη και πόσο σίγουροι ήταν για τη συνωμοσία που προσπάθησαν να ξεσκεπάσουν για να σώσουν το πλήρωμα και τους επιβάτες.  Το αμάξι φρέναρε απότομα σε κόκκινο φανάρι, δίπλα τους βρισκόταν ακίνητο ένα κίτρινο ταξί με τρεις επιβάτες.  Το μελαχρινό άντρα, την γιαπωνέζα και τον νεαρό με το ξυρισμένο κεφάλι. Τα παιδιά κρύφτηκαν αμέσως κάτω από το πίσω παράθυρο.
‘Κι αυτό τυχαίο;’ είπε ο Μιχάλης έξαλλος.
‘Ε, μην είμαστε και παρανοϊκοί τώρα. Αφού τους ξέρουμε τους ταξιτζήδες στην Αθήνα. Ότι προλάβουν να μπάσουν.’ είπε ψύχραιμα η Γωγώ.
‘Τον ταξιτζή τον είδατε;’ είπε με τρεμάμενα χείλη η Κική. Σήκωσαν ελάχιστα εκατοστά τα κεφάλια τους. Ο ηλικιωμένος άντρας που τους έκανε παρατηρήσεις στο αεροπλάνο, καθόταν στη θέση του οδηγού.
‘Μπαμπά, αυτοί είναι.. ακολούθησε τους.’ φώναξαν και οι τρεις μαζί.
‘Δε γίνεται..’ αρνήθηκε με φωνή που φανέρωνε μυστήριο ‘..πρέπει να βρούμε τη μητέρα σας, ξύπνησα για να έρθω στο αεροδρόμιο να σας πάρω και δεν κοιμόταν πλάι μου στο κρεβάτι.’

‘Ωχχχ όχι πάλι..’ τσίριξαν ταυτόχρονα η Κική, η Γωγώ και ο Μιχάλης  ‘..εξωγήινοι;’.


                                                                    ΤΕΛΟΣ





Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Κεριά που έλιωναν κι όλο σε έκρυβαν


Los abrazos rotos - Alberto Iglesias


Έξυσα το κερί με τα νύχια,
 έσκισε το δέρμα μου.
Έγινε το λευκό χαλί,
 παρδαλό χάλι.
Χρώματα σκόρπια..
 κόκκινο, καφέ, πράσινο, γαλάζιο, κοραλλί.
Στρώσεις λιωμένου κεριού
 χρόνων.

Το σήκωσα στο φως,
 τώρα το έβλεπα καθαρά.

Το γυάλινο μπουκάλι του έρωτα,
 αυτό που πρωτομοιραστήκαμε στόμα με στόμα.
Αυτό που μας ρούφηξε στο μεθυστικό υγρό του πάθους και της ακολασίας.
Πίστευα πως θα μας φώτιζε για πάντα,
 με κάθε φιτίλι.
Πως θα αρωμάτιζε τις ψυχές μας αιώνια,
 με κάθε κερί.
Όμως.. ράγισε.

Θ.Κ.


Los abrazos rotos - Alberto Iglesias



Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ποτέ για Πάντα





Γιάννης – Ρένα

Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Γιάννης φοιτούσε στο τμήμα Πληροφορικής,  η Ρένα στο τμήμα Φιλολογίας. Από πολύ νέοι ζούσαν μαζί, στο ίδιο σπίτι. Το χαρτί τους έλειπε μόνο, με την υπογραφή του παπά. Εκείνη δεν τελείωσε ποτέ τις σπουδές, αφιερώθηκε στον άντρα. Εκείνος πάλι αφιερώθηκε στους υπολογιστές και στο Internet café του.  Παντρεύτηκαν επίσημα μετά από  χρόνια κρεβατομουρμούρα. Έκαναν  κι ένα παιδί, τον Τάσο.
Χώρισαν στα 35. Ο Γιάννης την απατούσε με πιτσιρίκες που τον περιτριγύριζαν στο μαγαζί. Η Ρένα το είχε καταλάβει. Μύριζε τα νεανικά αρώματα τους πάνω στο αγύμναστο κορμί του. Δεν έκανε ποτέ φασαρία, ούτε σκηνές ζηλοτυπίας. Έβαλε ντετέκτιβ να τον πιάσει στα πράσα. Τελικά την έπιασε αυτός γυρίζοντας νωρίτερα από ταξίδι του στην Καβάλα. Σκυλογαμιώταν στο κρεβάτι τους με τον γείτονα. Το δικαστήριο βγήκε υπέρ του, κέρδισε την κηδεμονία του γιου τους.

Το ‘για Πάντα’ απατήθηκε μέσα σε μια νύχτα.


Δημήτρης – Βασίλης

Γνωρίστηκαν σε bar στο Κολωνάκι, βράδυ Κυριακής. Ο Δημήτρης είχε γενέθλια, ο Βασίλης είχε ανάγκη για ένα ποτό. Λίγο η σαμπάνια, λίγο η σοκολατίνα, λίγο το φιλί.. ο δεύτερος κατέληξε να γίνει το ηδονικότερο  δώρο γενεθλίων. Παντρεύτηκαν στο εξωτερικό, η Ελλάδα αργούσε να νομιμοποιήσει τον γάμο ομοφυλοφίλων κι εκείνοι δεν κρατιόντουσαν. Η γαμήλια τελετή ήταν όνειρο ζωής!  Δεν χωρίστηκαν έκτοτε. Μαζί στο σπίτι, μαζί στις βόλτες, μαζί στα μαγαζιά, μαζί στα ταξίδια.
Στους δρόμους συχνά βάδιζαν αγκαζέ. Αδιαφορούσαν για τα επικριτικά βλέμματα. Για εκείνους δεν υπήρχε κανείς. Λες και ήταν μονάχα οι δυο τους, και μια μεγάλη κόκκινη καρδία να τους ακολουθεί. Καμιά φορά τη θέση της μεγάλης καρδιάς την αντικαθιστούσε ένα τρίτο πρόσωπο. Διαφορετικό κάθε φορά. Για να μη βαριούνται στο σεξ, για να μη μπουν οι σεξουαλικές ορμές εμπόδιο στον έρωτα τους. Άντρες ήταν στο κάτω – κάτω.
Μέχρι που το AIDS έφερε το τέλος. Απροσεξία. Πρώτη πέθανε η μεγάλη καρδιά, μετά ο Βασίλης. Ο Δημήτρης αυτοκτόνησε. Άτιμο πράγμα η μοναξιά.

Το ‘για Πάντα’ πέθανε ακάποτο ένα απόγευμα Τετάρτης.



Ευαγγελία – Στράτος

Παντρεύτηκαν στο δημαρχείο. Ο Στράτος ήταν ήδη παντρεμένος μια φορά. Χήρεψε νέος, μεγάλωσε δυο γιούς και μια κόρη μονάχος. Η Ευαγγελία απογοητευμένη από τον πρώτο της έρωτα  αφιέρωσε τη ζωή της στους μαθητές και στη μητέρα της. Στα 47 της γνώρισε τον Στράτο όταν αποφάσισε να αλλάξει καναπέ στο σαλόνι της, εκείνος ήταν 53.  Επισκέφτηκε το επιπλάδικο του ένα μεσημέρι, της το είχε συστήσει μια συνάδελφος. Τελικά άλλαξε και κρεβάτι.
Τρία χρόνια φίλοι κι εραστές, και μετά σύζυγοι. Αξιοζήλευτο ζευγάρι. Δε μάλωναν ποτέ, δε διαφωνούσαν ποτέ. Έγιναν «Ένα». Ένα μυαλό, ένα χαμόγελο, ένα σφιχταγκάλιασμα! Γέρασαν γρήγορα, δεν τους έφτανε ο χρόνος, ήθελαν κι άλλο κι άλλο.. Λίγο πριν ο Στράτος αφήσει την  τελευταία του πνοή έκλεισαν ραντεβού στον κόσμο των Ψυχών. Ούτε ο Χάρος δεν θα τους χαλούσε τα σχέδια για αιώνια αγάπη.
Η Ευαγγελία απεβίωσε δυο χρόνια αργότερα ένα ηλιόλουστο πρωινό. Η ψυχή της ανυψώθηκε ευτυχισμένη στα ουράνια. Κι εκεί που συναντιούνται οι Ψυχές βρήκε τον αγαπημένο της μαζί με την πρώτη σύζυγό του. Τις αγάπησε και τις δυο το ίδιο. Δε μπόρεσε να διαλέξει. Πρότεινε μια ειρηνική συνύπαρξη, όμως καμιά τους δε δέχθηκε. Οι ψυχές τους σκορπίστηκαν στα τρία άκρα, έσβησαν κάθε ανάμνηση και μπήκαν στη γραμμή για την αναγέννηση τους. 

Το ‘για Πάντα’ χάθηκε στην αιωνιότητα.


Φένια  – Ζωή

Συναντήθηκαν στο Μουσείο της Ακρόπολης. Είχαν δώσει ραντεβού από το διαδίκτυο.  Πρωτότυπο και πολύ ιδιαίτερο μέρος για ραντεβού στα τυφλά. Αντάλλαξαν χειραψία κάπου κοντά στα ελαιόδεντρα.  Δέθηκαν σαν μαγνήτες χωρίς θετικό ή αρνητικό πόλο, μόνο έλξη . Έξι μήνες μετά η  Ζωή κουβαλούσε τα πράγματα της στο σπίτι της Φένιας. Μια κοινή ζωή ξεκινούσε με τις πιο χαρούμενες διαθέσεις.
Δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Αυτά ήταν για τις γυναικούλες και τους gay άντρες. Αντάλλαξαν μόνο δακτυλίδια μια βραδιά με πανσέληνο, στο μπαλκόνι κάτω από τα αστέρια. Δεν ήταν βέρες, αλλά δυο ασημένια δακτυλίδια που τύλιγαν τα κομμάτια μιας μαύρης πέτρα, το ένα ήταν συμπλήρωμα του άλλου. Η  ένωση τους δήλωνε την ισχύ  στο δεσμό αυτό.
Έξι χρόνια μετά βαρέθηκαν την ρουτίνα της καθημερινότητας τους. Βαρέθηκαν να υπάρχουν η μια για την άλλη. Οι μαγνήτες τους απέκτησαν ξανά πόλους. Η Φένια έφυγε για δουλειά στην Ιταλία ενώ η Ζωή νοίκιασε σπίτι στο Κουκάκι. Κάποιο απόγευμα ανέβηκε στον Παρθενώνα, κάθισε στο πεζούλι κάτω από την ελληνική σημαία. Κρέμασε τα χέρια της στο κενό και άφησε το δακτυλίδι να κατρακυλήσει από βράχο σε βράχο μέχρι να εξαφανιστεί κάπου στα στενά της Πλάκας.

Το ‘για Πάντα’ απομαγνητίστηκε σε δωρικό ρυθμό.


Εσύ, Εγώ, Κάποιος/α  - .........

Άγαμος/η. Ορκισμένος/η εργένης; Μπά, έτυχε. Έχεις καιρό να γνωρίσεις κάποιον/α. Κάποιον/α να σου αποδείξει ότι είναι η σχέση  της ζωής σου. Να πεις ότι θα μείνεις μαζί του/της «για Πάντα». Κουράστηκες να ψάχνεις,  κουράστηκες να παίζεις το παιχνίδι του χαμένου Θησαυρού. Άσε που στη ζωή, σε αντίθεση με το παιχνίδι, ο θησαυρός δεν είναι πάντοτε δεδομένος.
Στέκεσαι σε μια βιτρίνα και χαζεύεις μικρά αρκουδάκια και καρδούλες με μηνύματα «Για Πάντα Μαζί», «Σ’ αγαπώ για Πάντα» κ.α.  Κοροϊδεύουν τον κόσμο. Μηνύματα βασισμένα στο ψέμα δοσμένα τόσο γλυκά και παιχνιδιάρικα. Ας τα κάψει κάποιος επιτέλους, όχι εγώ, να γίνουν στάχτη για Πάντα.
 Μεγαλώνεις. Η μάνα σου ακόμα ρωτάει πότε θα παντρευτείς. Εκείνη σκέφτεται το Θείο μυστήριο κι εσύ την συγκατοίκηση. Εκείνος/η δεν υπάρχει καν. Ο χρόνος κυλάει εναντίον σου, πιθανό να μείνεις μόνος/η.. «για Πάντα».

Κατεβαίνεις τις σκάλες του ΜΕΤΡΟ, σταθμός Πανόρμου. Στον συρμό ένα άγνωστο άτομο στριμώχνεται δίπλα σου. Το γυμνό του/της χέρι χαϊδεύει αναπόφευκτα το δικό σου. Κοιτάζεις πλάγια υποψιασμένος/η, σου κλείνει το μάτι. Σταθμός Σύνταγμα, ο συρμός αδειάζει μα εσείς στέκεστε ακόμα στριμωγμένοι.
Θέλεις να μείνεις μαζί του/της «για Τώρα.. για Ακόμα Λίγο.. για Όσο Πάει..». 
Έτσι κι αλλιώς πάντα θα υπάρχει από κάτω κολλημένο ένα χαρτάκι με τυπωμένη ημερομηνία. Απολαύστε το λοιπόν πριν αυτή λήξει!

Θ.Κ.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η πλάνη της Αθωότητας




Τα λουλούδια όταν ανθίζουν δε διαλέγουν το χρώμα τους.
Το ίδιο κι εμείς,
γεννιόμαστε αγνοί, δεν το επιλέγουμε.

Το βλέμμα..
χαμηλωμένο, στραμμένο αλλού.
Τα μαλλιά..
δεμένα, μαζεμένα.
Τα ρούχα..
καθαρά, σκεπάζουν τη γύμνια.
Τα παπούτσια..
φλατ.
Το άρωμα..
άνθος σε αγρό.
Το χρώμα..
Λευκό.


Τα λουλούδια καλλιεργούν το άρωμα τους.
Το ίδιο κι εμείς.
Γύρω μας ρέουν ποτάμια,
το νερό μας θρέφει, μας ωριμάζει, μας παρασύρει.

Μάτια ανήσυχα.
Μαλλιά λυτά, 
όμορφα χτενισμένα.
Τα ρούχα ανάλαφρα, 
διαγράφουν το κορμί που καλύπτουν.
Στα πόδια νεανικά πέδιλα,
χρώμα λιλά.
Και το άρωμα.. Έρωτας!


Οι άνθρωποι εξαπατούν και εξαπατώνται.
Όπως και τα λουλούδια.
Η ομορφιά κρύβει αγκάθια, η οσμή δηλητήριο και το χάδι ξερίζωμα. 

Το κεφάλι υψωμένο, 
τα μαλλιά κυματιστά.
Το βλέμμα διαπερνά και υπόσχεται.
Το σώμα γυμνό, 
ξαπλωμένο.
Γόβες, 
στο χρώμα του αίματος.
Άρωμα.. θανάτου.


Ενηλικιωνόμαστε σε διαφορετικές όψεις.
Όψεις που ποτέ δεν επιλέξαμε, 
που ίσως μετατρέψαμε.
Δεν είμαστε μόνο αυτό που βλέπουν οι άλλοι, 
είμαστε κι ότι αναδύεται μέσα από εμάς.
Μοιάζουμε αθώοι ή λάγνοι, 
μεγάλη πλάνη.

Θ.Κ.




Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

ΘΑΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


Αίμα κυλούσε αργά πάνω στην αιχμηρή πέτρα βάφοντας την ολόκληρη κόκκινη. Στεκόμουν πλάι στο νεκρό μου σώμα, δε ξέρω τι ήμουν. Ίσως πνεύμα ή φάντασμα. Φώναξα βοήθεια, δε φάνηκε να μ’ ακούει κανείς. Σκέφτηκα να σύρω το κορμί μου μέχρι το σπίτι μήπως ήταν κάποιος εκεί να με επαναφέρει στη ζωή, όμως μου ήταν αδύνατο να το αγγίξω.  Η δύναμη της αφής, ανύπαρκτη. Δεν πατούσα καν στο έδαφος, απλά αιωρούμουν. Έφερα τις παλάμες μου στα καστανόξανθα μαλλιά μου, ήθελα να τα χαϊδέψω. Ένιωσα κάτι σαν μούδιασμα, τίποτα περισσότερο. «Γιατί;» αναρωτήθηκα. Αφού ήμουν καλό παιδί. Σε ένα μήνα θα έκλεινα τα δέκα. Ο πατέρας θα με πήγαινε στην πόλη για πρώτη φορά, μου το είχε υποσχεθεί.

‘Ααααααααααααααααααα’

Μια στριγκλιά με συνέφερε από το δράμα των σκέψεων μου. Ήταν η μητέρα. Φορούσε ακόμα την ποδιά της, έφτιαχνε πίτα με γλυκό κολοκύθι νωρίτερα. Δε με έβλεπε. Γονάτισε κλαίγοντας πάνω από το άψυχο σώμα μου και το πήρε στην αγκαλιά της. Το αίμα έσταζε ακόμα από το ανοιγμένο κρανίο. Πιο πίσω της στεκόταν με κατεβασμένο το πρόσωπο, η μεγάλη μου αδερφή. Απορώ αν είχε πει τι πραγματικά συνέβη, απορώ αν είχε πει λίγο από την αλήθεια.

Η μητέρα δακρυσμένη μετέφερε με γοργά βήματα το κορμί μου από το χωράφι προς το σπίτι, ενώ η αδελφή μου την ακολουθούσε κλαψουρίζοντας. Ίσως να είχε τύψεις. Κινιόμουν παραδίπλα τους, είχα μια μικρή ελπίδα μέσα μου ότι θα ζωντάνευα ξανά, περίμενα ένα θαύμα. Ίσως.. ίσως να μην ήταν πολύ αργά. Το σπίτι απείχε εκατό περίπου μέτρα από το χωράφι. Στη μέση της απόστασης βρήκα αντίσταση. Δε μπορούσα να κινηθώ παραπέρα, υπήρχε ένα αόρατο τοίχος. Έμεινα εκεί, τις παρακολούθησα μέχρι που μπήκαν μέσα στην αυλή.

Οι ώρες περνούσαν. Έκανα κύκλους ανάμεσα στα δέντρα, μερικές φορές έκανα και βουτιές κάτω από το χώμα. Όποτε συναντούσα σκουλήκια αηδίαζα και ανέβαινα πάλι στην επιφάνεια. Ξάφνου πλήθος πλησίαζε προς το χωράφι.. ο πατέρας, ο γιατρός του χωριού, μερικοί γείτονες και η αδερφή μου. Δεν έκλαιγε πια, μόνο επαναλάμβανε την ιστορία της. Ότι με βρήκε να παίζω στο χωράφι και ότι σκαρφάλωσα πάνω στο δέντρο ενώ εκείνη επέμενε να κατέβω. Ότι γλίστρησα και έπεσα με το κεφάλι πάνω στην κοτρόνα. Φυσικά αυτή ήταν μια δική της ψεύτικη ιστορία.

Στην πραγματικότητα εκείνη με ανάγκασε να ανέβω στο δέντρο αποκαλώντας με ‘δειλό’ και ‘κορίτσι’. Τα κατάφερα όμως, ήμουν γενναίος. Ανέβηκα στο δέντρο, μέχρι που περπάτησα και σε έναν χοντρό κλαδί. Εκείνη τότε άρχισε να μου πετάει πέτρες, πονούσα. Στη βιασύνη μου να τις αποφύγω παραπάτησα και έπεσα. Ήταν κακιά. Με μισούσε από τότε που γεννήθηκα, όταν ήμουν μωρό με χαστούκιζε για να κλαίω και μετά έλεγε στη μητέρα ότι κάνω συνέχεια φασαρία και να με πετάξουν στη θάλασσα. Η μητέρα μου όμως με αγαπούσε και φρόντιζε να με ηρεμεί. Σε εκείνη έβαζε τις φωνές και λίγο πιπέρι στο στόμα για να μην λέει ανοησίες. Τώρα πρέπει να χαιρόταν πολύ που σκοτώθηκα. Δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας να την κατηγορήσει άλλωστε.

Στάθηκα μόνος πάνω από την αιματοβαμμένη πέτρα μέχρι που σκοτείνιασε. Αν μπορούσε να διακρίνει κανείς την ημιδιάφανη μορφή μου, θα έβλεπε ακριβώς το παρουσιαστικό που είχα τη στιγμή του θανάτου μου. Φορούσα ένα μπεζ κοντό παντελονάκι και τη λευκή φανέλα με τις τιράντες. Δεν υπήρχε ύφασμα όμως αυτή ήταν η εικόνα μου. Το καμπαναριό της εκκλησίας χτύπησε μια φορά, ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα. Εξαφανίστηκα.

…………………………

Η επόμενη στιγμή ήταν ξημέρωμα, το σκοτάδι υποδεχόταν τον βαθυγάλανο ουρανό. Βρισκόμουν μέσα στο νεκρό σώμα. Ξαπλωμένος στο παιδικό μου κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα. Βγήκα αμέσως από μέσα του, αιωρήθηκα ως το ταβάνι.. Φυσικά δεν είχε άλλαξε κάτι, ήμουν ακόμα νεκρός. Ωστόσο βρισκόμουν και πάλι στο σπίτι, κοντά στην οικογένεια μου. Περιφερόμουν από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν τρελός περνώντας μέσα από τους τοίχους.

Μερικές ώρες αργότερα είχαν ήδη τοποθετήσει το κορμί μου σε φέρετρο. Μακάβρια σκηνή. Βαρύ το πένθος. Η μητέρα και η μικρή μου αδερφή σπάραζαν στο κλάμα. Αν μπορούσα να δακρύσω κι εγώ θα είχε πλημυρίσει το σπίτι. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι η μεγάλη μου αδερφή πλησίασε το φέρετρο. Στάθηκα απέναντι της και την παρακολούθησα. Χαμογελούσε κρυφά από όλους, έσκυψε στο νεκρό αφτί και ψιθύρισε ‘Καλά να πάθεις’. Με εξόργισε, ήθελα τόσο να την χτυπήσω όμως δε μπορούσα καν να την ακουμπήσω. Τα χέρια μου περνούσαν μέσα από το κεφάλι της.

Ξάφνου ένιωσα το ξύλο της κάσας να πιέζει το στήθος μου. Το έπιασα με τα ίδια μου τα χέρια. Έβαλα όση δύναμη είχα και το έσπρωξα. Το φέρετρο τούμπαρε εγκλωβίζοντας την κακούργα αδερφή μου κάτω από το νεκρό σώμα. Της έριξα ένα γερό αόρατο χαστούκι. Τα ουρλιαχτά της ακούστηκαν σε ολόκληρο το χωριό. Οι μαυροφόρες ούρλιαξαν κι αυτές. Δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει το φέρετρο.

Η δύναμη αυτή κράτησε για ένα μοναδικό λεπτό. Μια μέρα πριν, την ίδια στιγμή ακριβώς, ξεψυχούσα. Η κηδεία μου έγινε το απόγευμα. Ήταν καλοκαίρι, δε μπορούσαν να με αφήσουν άλλη μια νύχτα για να με κλάψουν. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν παρευρέθηκα μπροστά στην ταφή. Το αόρατο τοίχος δε μου επέτρεπε να φτάσω στο νεκροταφείο. Τα μεσάνυχτα εξαφανίστηκα και πάλι.

…………………………

Το επόμενο ξημέρωμα βρισκόμουν μέσα στο νεκρό σώμα μου, κλεισμένος στο φέρετρο κάτω από το χώμα. Βγήκα γρήγορα επάνω στο έδαφος. Αντίκρισα τους τάφους ολόγυρα. Τρόμαξα, νευρίασα, με έπιασε το παράπονο. Ένα μικρό παιδί ήμουν, γιατί να πεθάνω; Επειδή πάτησα κάποτε ένα μυρμήγκι; Η ζωή είναι δίκαιη έλεγε ο παππούς, κάνεις καλό θα βρεις καλύτερο και το αντίθετο. Όμως  η αδερφή μου που έφταιγε για ότι συνέβη κοιμόταν ήσυχη στο κρεβάτι της. Η αλήθεια ήταν θαμμένη  μαζί με εμένα ενώ εκείνη παρέμεινε ζωντανή και ατιμώρητη.

    Εννιά μέρες μετά το θάνατο μου ήρθαν οι Μεταβιβαστές για να με πάρουν από τον παράλληλο αυτό κόσμο. Θα μπορούσα να τους ακολουθήσω στον Οίκο των Ψυχών, έτσι τον αποκάλεσαν, όμως μου έδωσαν την επιλογή να παραμείνω στον κόσμο των ζωντανών αν το επιθυμούσα ώστε να εκδικηθώ για το θάνατο μου. Ο παππούς είχε δίκιο τελικά, η κακία θα έβρισκε εμπρός της το χειρότερο. Κανένα δικαστήριο πιο δίκαιο από την ίδια τη φύση. Επέλεξα να μείνω, για πάντα. Ένα πνεύμα που θα στοίχειωνε τον κόσμο της. Ότι κοιτούσε, ότι ακουμπούσε, ότι θα αγαπούσε! 

Θ.Κ.




Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Πρόσωπα


Soley - Pretty Face


Πρόσωπα.
Περνούν μπροστά μου, τα κοιτώ.
Άσχημα, αγέλαστα, γερασμένα, μίζερα.
Αμέσως τα ξεχνώ.
Προσπαθώ να θυμηθώ το πιο χαρούμενο, να το σκιαγραφήσω στο μυαλό μου.
Να αντιγράψω το χαμόγελο του.
Να κοιταχτώ στον καθρέπτη και να με ακούσω να γελάω.
Μα το μόνο πρόσωπο που θυμάμαι είναι το δικό σου.
Αστείο, σοβαρό, γοητευτικό, ειρωνικό, γελοίο, λυπημένο, έκπληκτο, νυσταγμένο, προβληματισμένο...
Το πιο όμορφο όλου του κόσμου!
Θέλω να αντιγράψω κάτι από εσένα,
κλείνω τα μάτια στον καθρέπτη.
Άφαντο.. και το δικό μου.

Θ.Κ.

Soley - Pretty Face





Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Κλοπή


Το έχασα.
Δεν είναι στη θέση του.
Πηγαινοέρχομαι ανήσυχος, δε μπορεί να εξαφανίστηκε.
Μου το έκλεψαν..

"Τι ψάχνεις;" με ρωτάς.
"Το μυαλό μου, δε βρίσκω  το μυαλό μου."
"Δε μπορεί, εδώ γύρω θα είναι."
"Κοίταξα παντού."
"Προσπάθησε να θυμηθείς."
"Δε μπορώ.." λέω συγχυσμένος.
"Ποια ήταν η τελευταία σου σκέψη;"
"Πως να θυμηθώ; Αφού σου λέω, έχασα το.. μα, για στάσου.
Μαζί σου ήμουν χθες βράδυ, με κρατούσες αγκαλιά μέχρι που αποκοιμηθήκαμε."

Σε κοιτάζω υποψιασμένα.
Χαμογελάν τα μάτια σου.
Τελικά δεν το έχασα. Είναι σε καλά χέρια!

Θ.Κ.


Where is my mind