Σελίδες

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Κεριά που έλιωναν κι όλο σε έκρυβαν


Los abrazos rotos - Alberto Iglesias


Έξυσα το κερί με τα νύχια,
 έσκισε το δέρμα μου.
Έγινε το λευκό χαλί,
 παρδαλό χάλι.
Χρώματα σκόρπια..
 κόκκινο, καφέ, πράσινο, γαλάζιο, κοραλλί.
Στρώσεις λιωμένου κεριού
 χρόνων.

Το σήκωσα στο φως,
 τώρα το έβλεπα καθαρά.

Το γυάλινο μπουκάλι του έρωτα,
 αυτό που πρωτομοιραστήκαμε στόμα με στόμα.
Αυτό που μας ρούφηξε στο μεθυστικό υγρό του πάθους και της ακολασίας.
Πίστευα πως θα μας φώτιζε για πάντα,
 με κάθε φιτίλι.
Πως θα αρωμάτιζε τις ψυχές μας αιώνια,
 με κάθε κερί.
Όμως.. ράγισε.

Θ.Κ.


Los abrazos rotos - Alberto Iglesias



Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ποτέ για Πάντα





Γιάννης – Ρένα

Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Γιάννης φοιτούσε στο τμήμα Πληροφορικής,  η Ρένα στο τμήμα Φιλολογίας. Από πολύ νέοι ζούσαν μαζί, στο ίδιο σπίτι. Το χαρτί τους έλειπε μόνο, με την υπογραφή του παπά. Εκείνη δεν τελείωσε ποτέ τις σπουδές, αφιερώθηκε στον άντρα. Εκείνος πάλι αφιερώθηκε στους υπολογιστές και στο Internet café του.  Παντρεύτηκαν επίσημα μετά από  χρόνια κρεβατομουρμούρα. Έκαναν  κι ένα παιδί, τον Τάσο.
Χώρισαν στα 35. Ο Γιάννης την απατούσε με πιτσιρίκες που τον περιτριγύριζαν στο μαγαζί. Η Ρένα το είχε καταλάβει. Μύριζε τα νεανικά αρώματα τους πάνω στο αγύμναστο κορμί του. Δεν έκανε ποτέ φασαρία, ούτε σκηνές ζηλοτυπίας. Έβαλε ντετέκτιβ να τον πιάσει στα πράσα. Τελικά την έπιασε αυτός γυρίζοντας νωρίτερα από ταξίδι του στην Καβάλα. Σκυλογαμιώταν στο κρεβάτι τους με τον γείτονα. Το δικαστήριο βγήκε υπέρ του, κέρδισε την κηδεμονία του γιου τους.

Το ‘για Πάντα’ απατήθηκε μέσα σε μια νύχτα.


Δημήτρης – Βασίλης

Γνωρίστηκαν σε bar στο Κολωνάκι, βράδυ Κυριακής. Ο Δημήτρης είχε γενέθλια, ο Βασίλης είχε ανάγκη για ένα ποτό. Λίγο η σαμπάνια, λίγο η σοκολατίνα, λίγο το φιλί.. ο δεύτερος κατέληξε να γίνει το ηδονικότερο  δώρο γενεθλίων. Παντρεύτηκαν στο εξωτερικό, η Ελλάδα αργούσε να νομιμοποιήσει τον γάμο ομοφυλοφίλων κι εκείνοι δεν κρατιόντουσαν. Η γαμήλια τελετή ήταν όνειρο ζωής!  Δεν χωρίστηκαν έκτοτε. Μαζί στο σπίτι, μαζί στις βόλτες, μαζί στα μαγαζιά, μαζί στα ταξίδια.
Στους δρόμους συχνά βάδιζαν αγκαζέ. Αδιαφορούσαν για τα επικριτικά βλέμματα. Για εκείνους δεν υπήρχε κανείς. Λες και ήταν μονάχα οι δυο τους, και μια μεγάλη κόκκινη καρδία να τους ακολουθεί. Καμιά φορά τη θέση της μεγάλης καρδιάς την αντικαθιστούσε ένα τρίτο πρόσωπο. Διαφορετικό κάθε φορά. Για να μη βαριούνται στο σεξ, για να μη μπουν οι σεξουαλικές ορμές εμπόδιο στον έρωτα τους. Άντρες ήταν στο κάτω – κάτω.
Μέχρι που το AIDS έφερε το τέλος. Απροσεξία. Πρώτη πέθανε η μεγάλη καρδιά, μετά ο Βασίλης. Ο Δημήτρης αυτοκτόνησε. Άτιμο πράγμα η μοναξιά.

Το ‘για Πάντα’ πέθανε ακάποτο ένα απόγευμα Τετάρτης.



Ευαγγελία – Στράτος

Παντρεύτηκαν στο δημαρχείο. Ο Στράτος ήταν ήδη παντρεμένος μια φορά. Χήρεψε νέος, μεγάλωσε δυο γιούς και μια κόρη μονάχος. Η Ευαγγελία απογοητευμένη από τον πρώτο της έρωτα  αφιέρωσε τη ζωή της στους μαθητές και στη μητέρα της. Στα 47 της γνώρισε τον Στράτο όταν αποφάσισε να αλλάξει καναπέ στο σαλόνι της, εκείνος ήταν 53.  Επισκέφτηκε το επιπλάδικο του ένα μεσημέρι, της το είχε συστήσει μια συνάδελφος. Τελικά άλλαξε και κρεβάτι.
Τρία χρόνια φίλοι κι εραστές, και μετά σύζυγοι. Αξιοζήλευτο ζευγάρι. Δε μάλωναν ποτέ, δε διαφωνούσαν ποτέ. Έγιναν «Ένα». Ένα μυαλό, ένα χαμόγελο, ένα σφιχταγκάλιασμα! Γέρασαν γρήγορα, δεν τους έφτανε ο χρόνος, ήθελαν κι άλλο κι άλλο.. Λίγο πριν ο Στράτος αφήσει την  τελευταία του πνοή έκλεισαν ραντεβού στον κόσμο των Ψυχών. Ούτε ο Χάρος δεν θα τους χαλούσε τα σχέδια για αιώνια αγάπη.
Η Ευαγγελία απεβίωσε δυο χρόνια αργότερα ένα ηλιόλουστο πρωινό. Η ψυχή της ανυψώθηκε ευτυχισμένη στα ουράνια. Κι εκεί που συναντιούνται οι Ψυχές βρήκε τον αγαπημένο της μαζί με την πρώτη σύζυγό του. Τις αγάπησε και τις δυο το ίδιο. Δε μπόρεσε να διαλέξει. Πρότεινε μια ειρηνική συνύπαρξη, όμως καμιά τους δε δέχθηκε. Οι ψυχές τους σκορπίστηκαν στα τρία άκρα, έσβησαν κάθε ανάμνηση και μπήκαν στη γραμμή για την αναγέννηση τους. 

Το ‘για Πάντα’ χάθηκε στην αιωνιότητα.


Φένια  – Ζωή

Συναντήθηκαν στο Μουσείο της Ακρόπολης. Είχαν δώσει ραντεβού από το διαδίκτυο.  Πρωτότυπο και πολύ ιδιαίτερο μέρος για ραντεβού στα τυφλά. Αντάλλαξαν χειραψία κάπου κοντά στα ελαιόδεντρα.  Δέθηκαν σαν μαγνήτες χωρίς θετικό ή αρνητικό πόλο, μόνο έλξη . Έξι μήνες μετά η  Ζωή κουβαλούσε τα πράγματα της στο σπίτι της Φένιας. Μια κοινή ζωή ξεκινούσε με τις πιο χαρούμενες διαθέσεις.
Δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Αυτά ήταν για τις γυναικούλες και τους gay άντρες. Αντάλλαξαν μόνο δακτυλίδια μια βραδιά με πανσέληνο, στο μπαλκόνι κάτω από τα αστέρια. Δεν ήταν βέρες, αλλά δυο ασημένια δακτυλίδια που τύλιγαν τα κομμάτια μιας μαύρης πέτρα, το ένα ήταν συμπλήρωμα του άλλου. Η  ένωση τους δήλωνε την ισχύ  στο δεσμό αυτό.
Έξι χρόνια μετά βαρέθηκαν την ρουτίνα της καθημερινότητας τους. Βαρέθηκαν να υπάρχουν η μια για την άλλη. Οι μαγνήτες τους απέκτησαν ξανά πόλους. Η Φένια έφυγε για δουλειά στην Ιταλία ενώ η Ζωή νοίκιασε σπίτι στο Κουκάκι. Κάποιο απόγευμα ανέβηκε στον Παρθενώνα, κάθισε στο πεζούλι κάτω από την ελληνική σημαία. Κρέμασε τα χέρια της στο κενό και άφησε το δακτυλίδι να κατρακυλήσει από βράχο σε βράχο μέχρι να εξαφανιστεί κάπου στα στενά της Πλάκας.

Το ‘για Πάντα’ απομαγνητίστηκε σε δωρικό ρυθμό.


Εσύ, Εγώ, Κάποιος/α  - .........

Άγαμος/η. Ορκισμένος/η εργένης; Μπά, έτυχε. Έχεις καιρό να γνωρίσεις κάποιον/α. Κάποιον/α να σου αποδείξει ότι είναι η σχέση  της ζωής σου. Να πεις ότι θα μείνεις μαζί του/της «για Πάντα». Κουράστηκες να ψάχνεις,  κουράστηκες να παίζεις το παιχνίδι του χαμένου Θησαυρού. Άσε που στη ζωή, σε αντίθεση με το παιχνίδι, ο θησαυρός δεν είναι πάντοτε δεδομένος.
Στέκεσαι σε μια βιτρίνα και χαζεύεις μικρά αρκουδάκια και καρδούλες με μηνύματα «Για Πάντα Μαζί», «Σ’ αγαπώ για Πάντα» κ.α.  Κοροϊδεύουν τον κόσμο. Μηνύματα βασισμένα στο ψέμα δοσμένα τόσο γλυκά και παιχνιδιάρικα. Ας τα κάψει κάποιος επιτέλους, όχι εγώ, να γίνουν στάχτη για Πάντα.
 Μεγαλώνεις. Η μάνα σου ακόμα ρωτάει πότε θα παντρευτείς. Εκείνη σκέφτεται το Θείο μυστήριο κι εσύ την συγκατοίκηση. Εκείνος/η δεν υπάρχει καν. Ο χρόνος κυλάει εναντίον σου, πιθανό να μείνεις μόνος/η.. «για Πάντα».

Κατεβαίνεις τις σκάλες του ΜΕΤΡΟ, σταθμός Πανόρμου. Στον συρμό ένα άγνωστο άτομο στριμώχνεται δίπλα σου. Το γυμνό του/της χέρι χαϊδεύει αναπόφευκτα το δικό σου. Κοιτάζεις πλάγια υποψιασμένος/η, σου κλείνει το μάτι. Σταθμός Σύνταγμα, ο συρμός αδειάζει μα εσείς στέκεστε ακόμα στριμωγμένοι.
Θέλεις να μείνεις μαζί του/της «για Τώρα.. για Ακόμα Λίγο.. για Όσο Πάει..». 
Έτσι κι αλλιώς πάντα θα υπάρχει από κάτω κολλημένο ένα χαρτάκι με τυπωμένη ημερομηνία. Απολαύστε το λοιπόν πριν αυτή λήξει!

Θ.Κ.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η πλάνη της Αθωότητας




Τα λουλούδια όταν ανθίζουν δε διαλέγουν το χρώμα τους.
Το ίδιο κι εμείς,
γεννιόμαστε αγνοί, δεν το επιλέγουμε.

Το βλέμμα..
χαμηλωμένο, στραμμένο αλλού.
Τα μαλλιά..
δεμένα, μαζεμένα.
Τα ρούχα..
καθαρά, σκεπάζουν τη γύμνια.
Τα παπούτσια..
φλατ.
Το άρωμα..
άνθος σε αγρό.
Το χρώμα..
Λευκό.


Τα λουλούδια καλλιεργούν το άρωμα τους.
Το ίδιο κι εμείς.
Γύρω μας ρέουν ποτάμια,
το νερό μας θρέφει, μας ωριμάζει, μας παρασύρει.

Μάτια ανήσυχα.
Μαλλιά λυτά, 
όμορφα χτενισμένα.
Τα ρούχα ανάλαφρα, 
διαγράφουν το κορμί που καλύπτουν.
Στα πόδια νεανικά πέδιλα,
χρώμα λιλά.
Και το άρωμα.. Έρωτας!


Οι άνθρωποι εξαπατούν και εξαπατώνται.
Όπως και τα λουλούδια.
Η ομορφιά κρύβει αγκάθια, η οσμή δηλητήριο και το χάδι ξερίζωμα. 

Το κεφάλι υψωμένο, 
τα μαλλιά κυματιστά.
Το βλέμμα διαπερνά και υπόσχεται.
Το σώμα γυμνό, 
ξαπλωμένο.
Γόβες, 
στο χρώμα του αίματος.
Άρωμα.. θανάτου.


Ενηλικιωνόμαστε σε διαφορετικές όψεις.
Όψεις που ποτέ δεν επιλέξαμε, 
που ίσως μετατρέψαμε.
Δεν είμαστε μόνο αυτό που βλέπουν οι άλλοι, 
είμαστε κι ότι αναδύεται μέσα από εμάς.
Μοιάζουμε αθώοι ή λάγνοι, 
μεγάλη πλάνη.

Θ.Κ.




Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

ΘΑΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


Αίμα κυλούσε αργά πάνω στην αιχμηρή πέτρα βάφοντας την ολόκληρη κόκκινη. Στεκόμουν πλάι στο νεκρό μου σώμα, δε ξέρω τι ήμουν. Ίσως πνεύμα ή φάντασμα. Φώναξα βοήθεια, δε φάνηκε να μ’ ακούει κανείς. Σκέφτηκα να σύρω το κορμί μου μέχρι το σπίτι μήπως ήταν κάποιος εκεί να με επαναφέρει στη ζωή, όμως μου ήταν αδύνατο να το αγγίξω.  Η δύναμη της αφής, ανύπαρκτη. Δεν πατούσα καν στο έδαφος, απλά αιωρούμουν. Έφερα τις παλάμες μου στα καστανόξανθα μαλλιά μου, ήθελα να τα χαϊδέψω. Ένιωσα κάτι σαν μούδιασμα, τίποτα περισσότερο. «Γιατί;» αναρωτήθηκα. Αφού ήμουν καλό παιδί. Σε ένα μήνα θα έκλεινα τα δέκα. Ο πατέρας θα με πήγαινε στην πόλη για πρώτη φορά, μου το είχε υποσχεθεί.

‘Ααααααααααααααααααα’

Μια στριγκλιά με συνέφερε από το δράμα των σκέψεων μου. Ήταν η μητέρα. Φορούσε ακόμα την ποδιά της, έφτιαχνε πίτα με γλυκό κολοκύθι νωρίτερα. Δε με έβλεπε. Γονάτισε κλαίγοντας πάνω από το άψυχο σώμα μου και το πήρε στην αγκαλιά της. Το αίμα έσταζε ακόμα από το ανοιγμένο κρανίο. Πιο πίσω της στεκόταν με κατεβασμένο το πρόσωπο, η μεγάλη μου αδερφή. Απορώ αν είχε πει τι πραγματικά συνέβη, απορώ αν είχε πει λίγο από την αλήθεια.

Η μητέρα δακρυσμένη μετέφερε με γοργά βήματα το κορμί μου από το χωράφι προς το σπίτι, ενώ η αδελφή μου την ακολουθούσε κλαψουρίζοντας. Ίσως να είχε τύψεις. Κινιόμουν παραδίπλα τους, είχα μια μικρή ελπίδα μέσα μου ότι θα ζωντάνευα ξανά, περίμενα ένα θαύμα. Ίσως.. ίσως να μην ήταν πολύ αργά. Το σπίτι απείχε εκατό περίπου μέτρα από το χωράφι. Στη μέση της απόστασης βρήκα αντίσταση. Δε μπορούσα να κινηθώ παραπέρα, υπήρχε ένα αόρατο τοίχος. Έμεινα εκεί, τις παρακολούθησα μέχρι που μπήκαν μέσα στην αυλή.

Οι ώρες περνούσαν. Έκανα κύκλους ανάμεσα στα δέντρα, μερικές φορές έκανα και βουτιές κάτω από το χώμα. Όποτε συναντούσα σκουλήκια αηδίαζα και ανέβαινα πάλι στην επιφάνεια. Ξάφνου πλήθος πλησίαζε προς το χωράφι.. ο πατέρας, ο γιατρός του χωριού, μερικοί γείτονες και η αδερφή μου. Δεν έκλαιγε πια, μόνο επαναλάμβανε την ιστορία της. Ότι με βρήκε να παίζω στο χωράφι και ότι σκαρφάλωσα πάνω στο δέντρο ενώ εκείνη επέμενε να κατέβω. Ότι γλίστρησα και έπεσα με το κεφάλι πάνω στην κοτρόνα. Φυσικά αυτή ήταν μια δική της ψεύτικη ιστορία.

Στην πραγματικότητα εκείνη με ανάγκασε να ανέβω στο δέντρο αποκαλώντας με ‘δειλό’ και ‘κορίτσι’. Τα κατάφερα όμως, ήμουν γενναίος. Ανέβηκα στο δέντρο, μέχρι που περπάτησα και σε έναν χοντρό κλαδί. Εκείνη τότε άρχισε να μου πετάει πέτρες, πονούσα. Στη βιασύνη μου να τις αποφύγω παραπάτησα και έπεσα. Ήταν κακιά. Με μισούσε από τότε που γεννήθηκα, όταν ήμουν μωρό με χαστούκιζε για να κλαίω και μετά έλεγε στη μητέρα ότι κάνω συνέχεια φασαρία και να με πετάξουν στη θάλασσα. Η μητέρα μου όμως με αγαπούσε και φρόντιζε να με ηρεμεί. Σε εκείνη έβαζε τις φωνές και λίγο πιπέρι στο στόμα για να μην λέει ανοησίες. Τώρα πρέπει να χαιρόταν πολύ που σκοτώθηκα. Δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας να την κατηγορήσει άλλωστε.

Στάθηκα μόνος πάνω από την αιματοβαμμένη πέτρα μέχρι που σκοτείνιασε. Αν μπορούσε να διακρίνει κανείς την ημιδιάφανη μορφή μου, θα έβλεπε ακριβώς το παρουσιαστικό που είχα τη στιγμή του θανάτου μου. Φορούσα ένα μπεζ κοντό παντελονάκι και τη λευκή φανέλα με τις τιράντες. Δεν υπήρχε ύφασμα όμως αυτή ήταν η εικόνα μου. Το καμπαναριό της εκκλησίας χτύπησε μια φορά, ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα. Εξαφανίστηκα.

…………………………

Η επόμενη στιγμή ήταν ξημέρωμα, το σκοτάδι υποδεχόταν τον βαθυγάλανο ουρανό. Βρισκόμουν μέσα στο νεκρό σώμα. Ξαπλωμένος στο παιδικό μου κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα. Βγήκα αμέσως από μέσα του, αιωρήθηκα ως το ταβάνι.. Φυσικά δεν είχε άλλαξε κάτι, ήμουν ακόμα νεκρός. Ωστόσο βρισκόμουν και πάλι στο σπίτι, κοντά στην οικογένεια μου. Περιφερόμουν από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν τρελός περνώντας μέσα από τους τοίχους.

Μερικές ώρες αργότερα είχαν ήδη τοποθετήσει το κορμί μου σε φέρετρο. Μακάβρια σκηνή. Βαρύ το πένθος. Η μητέρα και η μικρή μου αδερφή σπάραζαν στο κλάμα. Αν μπορούσα να δακρύσω κι εγώ θα είχε πλημυρίσει το σπίτι. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι η μεγάλη μου αδερφή πλησίασε το φέρετρο. Στάθηκα απέναντι της και την παρακολούθησα. Χαμογελούσε κρυφά από όλους, έσκυψε στο νεκρό αφτί και ψιθύρισε ‘Καλά να πάθεις’. Με εξόργισε, ήθελα τόσο να την χτυπήσω όμως δε μπορούσα καν να την ακουμπήσω. Τα χέρια μου περνούσαν μέσα από το κεφάλι της.

Ξάφνου ένιωσα το ξύλο της κάσας να πιέζει το στήθος μου. Το έπιασα με τα ίδια μου τα χέρια. Έβαλα όση δύναμη είχα και το έσπρωξα. Το φέρετρο τούμπαρε εγκλωβίζοντας την κακούργα αδερφή μου κάτω από το νεκρό σώμα. Της έριξα ένα γερό αόρατο χαστούκι. Τα ουρλιαχτά της ακούστηκαν σε ολόκληρο το χωριό. Οι μαυροφόρες ούρλιαξαν κι αυτές. Δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει το φέρετρο.

Η δύναμη αυτή κράτησε για ένα μοναδικό λεπτό. Μια μέρα πριν, την ίδια στιγμή ακριβώς, ξεψυχούσα. Η κηδεία μου έγινε το απόγευμα. Ήταν καλοκαίρι, δε μπορούσαν να με αφήσουν άλλη μια νύχτα για να με κλάψουν. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν παρευρέθηκα μπροστά στην ταφή. Το αόρατο τοίχος δε μου επέτρεπε να φτάσω στο νεκροταφείο. Τα μεσάνυχτα εξαφανίστηκα και πάλι.

…………………………

Το επόμενο ξημέρωμα βρισκόμουν μέσα στο νεκρό σώμα μου, κλεισμένος στο φέρετρο κάτω από το χώμα. Βγήκα γρήγορα επάνω στο έδαφος. Αντίκρισα τους τάφους ολόγυρα. Τρόμαξα, νευρίασα, με έπιασε το παράπονο. Ένα μικρό παιδί ήμουν, γιατί να πεθάνω; Επειδή πάτησα κάποτε ένα μυρμήγκι; Η ζωή είναι δίκαιη έλεγε ο παππούς, κάνεις καλό θα βρεις καλύτερο και το αντίθετο. Όμως  η αδερφή μου που έφταιγε για ότι συνέβη κοιμόταν ήσυχη στο κρεβάτι της. Η αλήθεια ήταν θαμμένη  μαζί με εμένα ενώ εκείνη παρέμεινε ζωντανή και ατιμώρητη.

    Εννιά μέρες μετά το θάνατο μου ήρθαν οι Μεταβιβαστές για να με πάρουν από τον παράλληλο αυτό κόσμο. Θα μπορούσα να τους ακολουθήσω στον Οίκο των Ψυχών, έτσι τον αποκάλεσαν, όμως μου έδωσαν την επιλογή να παραμείνω στον κόσμο των ζωντανών αν το επιθυμούσα ώστε να εκδικηθώ για το θάνατο μου. Ο παππούς είχε δίκιο τελικά, η κακία θα έβρισκε εμπρός της το χειρότερο. Κανένα δικαστήριο πιο δίκαιο από την ίδια τη φύση. Επέλεξα να μείνω, για πάντα. Ένα πνεύμα που θα στοίχειωνε τον κόσμο της. Ότι κοιτούσε, ότι ακουμπούσε, ότι θα αγαπούσε! 

Θ.Κ.




Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Πρόσωπα


Soley - Pretty Face


Πρόσωπα.
Περνούν μπροστά μου, τα κοιτώ.
Άσχημα, αγέλαστα, γερασμένα, μίζερα.
Αμέσως τα ξεχνώ.
Προσπαθώ να θυμηθώ το πιο χαρούμενο, να το σκιαγραφήσω στο μυαλό μου.
Να αντιγράψω το χαμόγελο του.
Να κοιταχτώ στον καθρέπτη και να με ακούσω να γελάω.
Μα το μόνο πρόσωπο που θυμάμαι είναι το δικό σου.
Αστείο, σοβαρό, γοητευτικό, ειρωνικό, γελοίο, λυπημένο, έκπληκτο, νυσταγμένο, προβληματισμένο...
Το πιο όμορφο όλου του κόσμου!
Θέλω να αντιγράψω κάτι από εσένα,
κλείνω τα μάτια στον καθρέπτη.
Άφαντο.. και το δικό μου.

Θ.Κ.

Soley - Pretty Face





Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Κλοπή


Το έχασα.
Δεν είναι στη θέση του.
Πηγαινοέρχομαι ανήσυχος, δε μπορεί να εξαφανίστηκε.
Μου το έκλεψαν..

"Τι ψάχνεις;" με ρωτάς.
"Το μυαλό μου, δε βρίσκω  το μυαλό μου."
"Δε μπορεί, εδώ γύρω θα είναι."
"Κοίταξα παντού."
"Προσπάθησε να θυμηθείς."
"Δε μπορώ.." λέω συγχυσμένος.
"Ποια ήταν η τελευταία σου σκέψη;"
"Πως να θυμηθώ; Αφού σου λέω, έχασα το.. μα, για στάσου.
Μαζί σου ήμουν χθες βράδυ, με κρατούσες αγκαλιά μέχρι που αποκοιμηθήκαμε."

Σε κοιτάζω υποψιασμένα.
Χαμογελάν τα μάτια σου.
Τελικά δεν το έχασα. Είναι σε καλά χέρια!

Θ.Κ.


Where is my mind





Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Μια ακόμη φορά

Ασφυκτιώ.
Γεμάτοι οι τοίχοι, κρύο το πάτωμα
και το ταβάνι όλο να με πλησιάζει.
Έχω ανάγκη να σε γευτώ, έστω για μια ακόμη φορά.
Βγαίνω στο μπαλκόνι όπως κάναμε παλιά.
Δε μου αρκεί, δε σου αξίζει.
Θα σε πάω μια βόλτα.
Φόρμα, τζάκετ, αναπτήρα, κλειδιά και φύγαμε.
Περπατάω χαμένος, σταγόνες κυλούν στο μέτωπο μου.
Σε νιώθω στα χείλη μου.. δίνω φωτιά στη βροχή, σε ρουφάω.
Ανασαίνω ξανά!
Ξέρω καλά, πως ούτε κι εσύ θα 'σαι το τελευταίο μου.

Θ.Κ.

ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - Π. ΚΑΛΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Ν. Μποφίλιου - Τσιγάρα βαριά