Σελίδες

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Κλοπή


Το έχασα.
Δεν είναι στη θέση του.
Πηγαινοέρχομαι ανήσυχος, δε μπορεί να εξαφανίστηκε.
Μου το έκλεψαν..

"Τι ψάχνεις;" με ρωτάς.
"Το μυαλό μου, δε βρίσκω  το μυαλό μου."
"Δε μπορεί, εδώ γύρω θα είναι."
"Κοίταξα παντού."
"Προσπάθησε να θυμηθείς."
"Δε μπορώ.." λέω συγχυσμένος.
"Ποια ήταν η τελευταία σου σκέψη;"
"Πως να θυμηθώ; Αφού σου λέω, έχασα το.. μα, για στάσου.
Μαζί σου ήμουν χθες βράδυ, με κρατούσες αγκαλιά μέχρι που αποκοιμηθήκαμε."

Σε κοιτάζω υποψιασμένα.
Χαμογελάν τα μάτια σου.
Τελικά δεν το έχασα. Είναι σε καλά χέρια!

Θ.Κ.


Where is my mind





Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Μια ακόμη φορά

Ασφυκτιώ.
Γεμάτοι οι τοίχοι, κρύο το πάτωμα
και το ταβάνι όλο να με πλησιάζει.
Έχω ανάγκη να σε γευτώ, έστω για μια ακόμη φορά.
Βγαίνω στο μπαλκόνι όπως κάναμε παλιά.
Δε μου αρκεί, δε σου αξίζει.
Θα σε πάω μια βόλτα.
Φόρμα, τζάκετ, αναπτήρα, κλειδιά και φύγαμε.
Περπατάω χαμένος, σταγόνες κυλούν στο μέτωπο μου.
Σε νιώθω στα χείλη μου.. δίνω φωτιά στη βροχή, σε ρουφάω.
Ανασαίνω ξανά!
Ξέρω καλά, πως ούτε κι εσύ θα 'σαι το τελευταίο μου.

Θ.Κ.

ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - Π. ΚΑΛΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Ν. Μποφίλιου - Τσιγάρα βαριά



Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Οι λάθος Έρωτες πάνε.. στο διάολο



Α- Ερωτεύτηκα! 
Κ- Πάλι;

Α- Ερωτεύτηκα σου λέω!
Κ- Το άκουσα.. μην το επαναλαμβάνεις.

Α- Αυτή τη φορά το νιώθω πραγματικά!
Κ- Το ίδιο είπες και τις προηγούμενες.

Α- Πίστεψε με, αυτή είναι διαφορετική από τις άλλες!
Κ- Δηλαδή;

Α- Είναι κούκλα, είναι πανέμορφη!
K- Α, τόσο διαφορετική..

Α- Είναι γυμνάστρια. Έχει τέλειες αναλογίες.. σφιχτή μέση, στητό στήθος, μακριά πόδια, πεταχτό κωλαράκι. Το δέρμα της είναι βελούδινο κι η φωνή της γλυκιά και όλο νάζι!
Κ- Μπα; Μιλάει κιόλας;

Α- Φυσικά και μιλάει, τι θα ερωτευόμουν; Μια μουγκή;
Κ- Όχι, μια μουγκή.. με τέλειες αναλογίες.

Α- Είναι κι έξυπνη!
Κ- Αυτή στο είπε ή εσύ το κατάλαβες;

Α- Διαβάζει βιβλία και περιοδικά για την πανίδα της χώρας μας.
Κ- Ψάχνει πληροφορίες για εσένα μάλλον.

Α- Τι εννοείς;
Κ- Τίποτα ρε ζώο..

Α- Γνωριστήκαμε στη δουλειά. Έφερε το αυτοκίνητο της για service.
Κ- Το τράκαρε ε;

Α- Δεν έφταιγε εκείνη. Ήταν παρκαρισμένη στην άκρη του δρόμου. Κάποιος πέρασε βιαστικά και της έφαγε τον καθρέπτη, πήγαινε στη Λαμία, σταμάτησε μέχρι να κοπάσει η βροχή.  
Κ- Ποιού δρόμου, Αθηνών-Λαμίας; Helloooo.. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ.

Α- Η καημένη, της χάλασε όλο το σαββατοκύριακο.
Κ- Καλύτερα να λες, πιο ψηλά θα έβρισκε χιόνι και θα πάρκαρε στην άκρη μέχρι να λιώσει…

Α- Ίσως να ήταν μοιραίο, για να συναντηθούμε!
Κ- Τι σου κάνει ένας σπασμένος καθρέπτης!?! Και να φανταστείς ότι κάποιοι τον θεωρούν γρουσουζιά..

Α- Προχθές μου πήρε δώρο ένα μηχάνημα για να κάνω κοιλιακούς. Ήταν τυλιγμένο σε ένα τεράστιο κουτί!
Κ- Το χρειάζεσαι;

Α- Το μηχάνημα;
Κ- Όχι το κουτί. . το θέλω για τη μετακόμιση.

Α- Θα στο δώσω όλο μαζί, δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσω. Μ’ αρέσει το σώμα μου!   Και σ’ εκείνη το ίδιο, όλο πάνω μου ξαπλώνει.
Κ- Μάλλον δε βρίσκει το μαξιλάρι.

Α- Εγώ της πήρα δώρο έναν ατμομάγειρα.
Κ- Γιατί, δεν είχε;

Α- Είχε, πως το ήξερες; Τον άλλαξε με ένα ηλεκτρικό μαχαίρι.
Κ- Να προσέχεις! Μήπως είναι psycho η γκόμενα;

Α- Όχι δα. Ο άγγελος μου! Κάθε μέρα μαζί της είναι σαν γιορτή!
Κ- ..του Αγ. Βαλεντίνου, βοήθεια μας.

Α- Μια μέρα μου μάθαινε ανατομία.
Κ- ..ενός Εγκλήματος;

Α- Ξέρεις πόσους μύες έχει το ανθρώπινο σώμα;
Κ- Όχι, αλλά όταν σε πετσοκόψει με το ηλεκτρικό μαχαίρι,  φώναξε με να τους μετρήσω.

Α- Καλά λέγε ότι θες, εγώ θέλω να τραγουδήσω, είμαι μες την τρελή χαρά… Αγάπη είναι Αυτή, Αυτή, Αυτή, Αυτή..!!!  (σε ρυθμό Άννα Βίσση - Αγάπη είναι εσύ)
Κ- Μηηηηηηηη.. λίγωσα  με το κουλούρι το πρωί, δε θα αντέξω και δεύτερο. Πάμε ένα άλλο…

Α- Είμαι στα πάνω μου, είμαι στα ωραία μου.. ναναναννανανα… όλα είναι τέλεια, ο έρωτας μωρό μου είναι.. 
Κ- …Ψυχασθένεια!?! (Άννα Βίσση - Ψυχεδέλεια)

Α- Το Σάββατο βράδυ θα της κάνω έκπληξη. Θα την πάω στον αγώνα!
Κ- Ωραία, θα χαρειιιιί!!!! Πρόσεξε μόνο να μην την στείλουν για τσιρλίντερ, την γυμνάστρια.

Α- Της αρέσει το ποδόσφαιρο! Για να καταλάβεις όποτε έχει αγώνα στην τηλεόραση  κάνουμε έρωτα.. την ερεθίζει το θέαμα λέει.
Κ- Ε, τότε να πάτε! Θα πάρουν φωτιά οι κερκίδες.

Α- Το καλοκαίρι θα πάμε στη Ρόδο!
Κ- Αρκετά(υστερικά)..  δεν αντέχω να ακούσω για άλλο πήδημα.

Α- Εγώ θα πληρώσω τα εισιτήρια και τη διαμονή.
Κ- Κορόιδο.. σε εκμεταλλεύεται.

Α- Μπα, δεν έχει ανάγκη. Το μήνα βγάζει περισσότερα από μένα και άλλα τόσα της δίνει ο μπαμπάς. Απλά.. απλά θέλω να τα πληρώσω Εγώ!
Κ- Κορόιδο..

Α- Βρίσε με όσο θες, δε με νοιάζουν τα λεφτά. Θα ξόδευα τα πάντα για εκείνη!
Κ- Εντάξει, δώσε μου πρώτα τα πέντε ευρώ που σου δάνεισα.

Α- Δεν είναι φανταστικό που κανονίζουμε τις διακοπές μας μαζί, ενώ γνωριζόμαστε μόνο ένα μήνα;
Κ- Μήπως βιάζεστε..;

Α- Όχι, όχι.. τόση σιγουριά δεν έχω ξανανιώσει. Αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου!
Κ- Θα παντρευτείτε;

Α- Πας καλά; Αφού με ξέρεις.. έχω αλλεργία.
Κ- Να και μια αλλεργία που κάνει καλό! Να σου πω κι εγώ κάτι;

Α- Πες!
Κ- Κι εγώ ερωτεύτηκα!

Α- Πότε; Ποιόν;
Κ- Πάει πολύς καιρός. Είναι εντάξει άτομο αλλά με λίγη βλακεία στον εγκέφαλο.

Α- Καλά γιατί δεν μου το πες; Τον ξέρω;
Κ- Προσπάθησα αλλά σε απασχολούσαν πάντα οι δικοί σου έρωτες.

Α- Εκείνος είναι ερωτευμένος μαζί σου;
Κ- Όσο κι η γυμνάστρια με εσένα(ειρωνικά). Τουλάχιστον αυτή απολαμβάνει το σεξ!

Α- Τι εννοείς πάλι; Ότι δε με αγαπάει;
Κ- Όχι, ότι κάνεις καλό σεξ!

Α- Τι φταίει και δεν είναι ερωτευμένος μαζί σου;
Κ- Ίσως επειδή δεν έχω τέλειες αναλογίες.. το μηχάνημα μη ξεχάσεις να μου φέρεις.

Α- Μήπως τον αποπαίρνεις; Ξέρεις το χιούμορ σου είναι παρεξηγήσιμο καμιά φορά. Μην κοιτάς εμένα που το ανέχομαι. Εγώ σε ξέρω τόσα χρόνια και σε αγαπάω!
Κ-  (ασχολίαστο)

Α- Πρέπει να μου τον γνωρίσεις, να τον ψαρέψω!
Κ- Εύκολο! Πήγαινε στο μπάνιο, βούτα στην γυάλα με τα ψάρια, κάνε μερικούς κύκλους και όταν βγεις κοίταξε τον καθρέπτη. Συστηθείτε! Αν το ψάρι τσιμπήσει τότε γύρνα εδώ στον καναπέ, θα σε περιμένω. Αλλιώς..

Α- Αλλιώς… τι;
Κ- Αλλιώς.. άσε λίγο χρόνο μέχρι να χάσει τη μνήμη του.
    «Και μετά άντε πνίξου» (σκέψη)


Θ.Κ.





Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Μέρα Μηδέν

Ξυπνάω.
Νέα μέρα, νέα ζωή;
Κοιτάζω την ώρα.
Όχι.. είναι ακόμα απόγευμα.
Μισή μέρα, μισή ζωή.
Ας κοιμόμουν λίγο παραπάνω,
μαζί με εσένα ήμουν στο όνειρο.
Χτυπάει κουδούνι, δεν ανοίγω.
Μου στέλνεις μήνυμα, είσαι απ' έξω.
Τσιμπιέμαι, πονάω, τρέχω στην πόρτα.
Ανοίγω και το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Λίγα τα λόγια, πολλές οι αγκαλιές.
Κοιτάζω ξανά το ρολόι, κρύφτηκαν οι δείκτες.
Ώρα μηδέν.
Φιλιόμαστε..
Καμία μέρα, μόνο ζωή!

Θ.Κ.

Ώρα Μηδέν - Γιώργος Σαμπάνης



Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Δυο ψυχές σε ένα τασάκι


Τον παράτησε. Πήρε τα πράγματα της κι έφυγε. Αρκετά ανέχτηκε τόσα χρόνια, σάμπως δεν ήξερε για τα τσιλημπουρδήματα του; Εδώ και καιρό μύριζε την πρόστυχη κολόνια της στο μαξιλάρι του. Έφτυνε κάθε φορά που σιδέρωνε τις μαξιλαροθήκες.  Έτσι ξεσπούσε. Καυτό σίδερο, σκληρή σιδερώστρα και φτύσιμο αντί για σπρέι. Τα υπόλοιπα του νοικοκυριού τα είχε αναλάβει άλλωστε αυτός, ο προκομμένος.
Εκείνη δούλευε δωδεκάωρα για να ταΐζει πατέρα και παιδιά. Άλλαξαν οι εποχές, άλλαξαν και οι ρόλοι. Ο άντρας στο σπίτι, η γυναίκα στο μεροκάματο. Κρίση σου λέει.. δικαιολογίες. Τεμπέλης ήταν πάντοτε. Σε μια δουλειά δεν είχε στεριώσει. Από παραίτηση σε απόλυση και όλο στη γύρα για εργασία. Μέχρι που στέρεψαν τα πάντα. Αναδουλειά, αφραγκία, αναξιοπρέπεια. Τουλάχιστον μαγείρευε καλά.
Εκείνη τη μέρα γύρισε νωρίτερα, οι ημικρανίες δεν την άφηναν να συγκεντρωθεί. Ευτυχώς είχε προϊστάμενο με κατανόηση. Κρέμασε τη λούστρινη τσάντα της στο χολ κι έβγαλε τις μαύρες μπότες. Το μωβ φουλάρι την έπνιγε, δε μπορούσε να το ξεμπλέξει. Κάθισε στην πολυθρόνα. Πήρε μια ανάσα­,  δεύτερη δεν πρόλαβε. Το γεμάτο τασάκι την εξόργισε.
Έτρεξε έξαλλη μέχρι το μπάνιο. Χώθηκε χωρίς καν να γδυθεί κάτω από τη ντουζιέρα και άφησε το κρύο νερό να της παγώσει την ψυχή. Ίσως δάκρυσε, δε θυμάται. Η φθηνή μάσκαρα μαύρισε το μουσκεμένο της πουκάμισο. Δώρο της το είχε πάρει πριν χρόνια. Το έσκισε, το έκανε κομμάτια.
Ξάπλωσε γυμνή. Μετά από τριάντα λεπτά νεκρικής σιγής σηκώθηκε από το στρωμένο  κρεβάτι, άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε τα απαραίτητα. Τα στρίμωξε σε μια βαλίτσα. Πριν φύγει έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο των παιδιών. Είχαν ενηλικιωθεί πια, μα για τη μάνα ήταν ακόμη παιδιά.  Θα τα κατάφερναν, σκέφτηκε.
Στο σαλόνι ζορίστηκε λίγο, όμως μετά από επίμονη προσπάθεια και χωρίς κρέμα απελευθέρωσε τη δεξιά της παλάμη από το επίχρυσο βαρίδι ενός αλλοτινού έρωτα. Ξεφύσησε με ανακούφιση.
Έριξε μια τελευταία ματιά στο λεκιασμένο τασάκι.
«Βρώμα» ξεστόμισε και πέταξε μέσα τη βέρα της, πλάι στη δική του.
Έπειτα φόρεσε το ζεστό της παλτό, κοντοστάθηκε στην εξώπορτα για μια στιγμή κι άνοιξε την καινούρια ομπρέλα πριν  βγει στη βροχή. 


Θ.Κ.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ο αποχωρισμός



Ίδιος κι αυτός με τους άλλους.
Έρχονται, σε γοητεύουν, σου υπόσχονται και στο τέλος σε παρατάνε.
Ας αφήσω όμως τους προηγούμενους. Θα μιλήσω γι’ αυτόν, τον τελευταίο.
Ξεκίνησε με αγάπες κι έρωτες, συνέχισε με μικρές και μεγάλες απογοητεύσεις. Οι χαρές και τα γέλια δεν έλειψαν από την καθημερινότητα μας. Παράπονο δεν είχα. 
Το σεξ ήταν ζωώδες, εκρηκτικό. Μου χάρισε κι ένα παιδί, τον Leo
Τώρα πια το δέσιμο πέρασε στην αιωνιότητα.
Δε στεναχωριέμαι  που μας παράτησε. 
Θα τον θυμάμαι για πάντα.
Όλους τους θυμάμαι, όλοι κάτι αφήνουν πίσω τους.
Καμία φορά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν υπήρχαν;
Δε θα υπήρχα ούτε εγώ, γιατί δίχως αυτούς θα τελείωνε η ζωή μας.
Κάθε χρόνος είναι  διαφορετικός  κι ο νέος φαντάζει ωραίος..
Καλό νέο χρόνο λοιπόν! Ευτυχισμένο το 2013!
Αντίο αγαπημένο 2012..

Θ.Κ

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Λίο

    Ακόμα με κυνηγάει. Μα τι έκανα; Φωνάζει κιόλα..  ααααααα, οι σκέψεις μου πανικοβάλλονται. Δεν την αντέχω. Παίρνω φόρα και τρέχω. Θα πάω να κρυφτώ κάτω από το κρεβάτι. Δεν πρόκειται να με πιάσει, είμαι πολύ γρήγορος, χα! Περνάω τον διάδρομο, στρίβω απότομα προς το δωμάτιο και  γίνομαι ένα με το σκαμπό. Σχεδόν αγκαλιαστήκαμε. Ζαλίστηκα..

    Για μια στιγμή νόμιζα πως ήμουν πάλι σε εκείνο το δωμάτιο που γεννήθηκα. Άκουγα τα ρουθουνίσματα τους. Κυλιόντουσαν ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στην κούτα, μπλέκανε τα πόδια τους και δάγκωναν τις ουρές τους. Όλοι  εκεί, τα τέσσερα αδέρφια μου,  η μητέρα, το αγόρι, ο μπαμπάς του, όλοι στο δωμάτιο! Πήδηξα μέσα στην κούτα, έγινα κι εγώ ένα με τη μάζα των κουταβιών.
   Μοιάζαμε και οι πέντε στη μητέρα μας, μαύροι με καφετί μουσούδα, ποδαράκια και δυο βούλες πάνω από τα μάτια. Δυο αγόρια και τρία κορίτσια. Τον πατέρα δεν τον γνωρίσαμε ποτέ, είχαμε όμως το αγόρι να μας φροντίζει. Μας χάιδευε και μας έκανε αγκαλιές κάθε πρωί πριν φύγει για δουλειά και το απόγευμα όταν γυρνούσε.
    Η μητέρα  έμενε συνέχεια κοντά για να μας ελέγχει. Όποτε ζητούσαμε φαγητό ξάπλωνε στο πάτωμα του ακατάστατου δωματίου του αγοριού, σαλιώναμε ο καθένας από μια θηλή και ρουφούσαμε. Γάλα!  Γέμιζε το στομάχι μας, γλύφαμε και τις μουσούδες μας από τη νοστιμιά. Μετά μας σήκωνε ο μπαμπάς του αγοριού από τη μέση λίγο άγαρμπα και μας άφηνε στην εφημερίδα, πάνω στη στήλη με τα πολιτικά. Λες και το ήξερε, δηλαδή σίγουρα  το ήξερε πως ήταν ώρα για άδειασμα. Σαν τρύπιος σωλήνας  εμείς, μόλις πίναμε τα βγάζαμε. Κάναμε  την εφημερίδα μούσκεμα, πέντε διαφορετικές στάμπες, πέντε διαφορετικές μυρωδιές. Τις ξεχωρίζαμε, ο καθένας είχε το σημείο του. Κάθε μέρα  άλλαζε η εφημερίδα, όμως η στήλη παρέμενε ίδια,  κοντά τριακόσιες φάτσες  είχαμε σταμπά-ρει.
    Τα βράδια έφευγε η μητέρα με το αγόρι. Εκτός σπιτιού. Εμάς μας έκλειναν στην κούτα. Όταν επέστρεφαν το αγόρι  έβαζε δυνατά τη μουσική  και μας ανέβαζε στο κρεβάτι του, ακούγαμε την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Χορεύαμε μαζί του. Εκείνος όρθιος κι εμείς στα πόδια του. Πάρτι κάθε βράδυ! Έτσι γεννηθήκαμε, μετά μουσικής, «Born this way» έλεγε το τραγούδι.
   Μα η χαρά δεν κράτησε πολύ. Μόλις κλείσαμε ένα μήνα και κάτι, η μητέρα σταμάτησε να μας δίνει γάλα. Το αγόρι τότε μας τάιζε κάτι σκληρά μπαλάκια, πονούσαν τα δόντια μας. Καμιά φορά τα μούλιαζε σε γάλα, όχι σαν της μητέρας. Ήταν παγωμένο και μύριζε διαφορετικά, μύριζε.. άλλη μητέρα, ίσως του αγοριού. Ούτε αυτή τη γνωρίσαμε, μάλλον του είχε αφήσει αρκετό γάλα στο ψυγείο πριν φύγει.
    Μετά άρχισαν οι εξαφανίσεις. Μέρα παρά μέρα ακούγαμε άγνωστες φωνές, ξένα χέρια μας ακουμπούσαν. Γέλια, χαρές κι εμείς να μένουμε όλο και πιο λίγοι. Πρώτα χάθηκαν οι αδερφές μου, έτσι ξαφνικά. Μείναμε μόνοι, εγώ με τον αδερφό μου. Πάγωσε η κούτα, σαν το γάλα κι αυτή.  Έτσι ένα μεσημέρι, έφυγα κι εγώ.  Μια κοκκινομάλλα με τατουάζ  άπλωσε τα χέρια της μέσα στην κούτα κι εγώ έτρεξα πρώτος να την δαγκώσω για να μην πάρει τον αδερφό μου, μα εκείνη νόμιζε πως ήταν σημάδι..  πως την επέλεξα. Ναι, το Άβαταρ μου, τι  βλαμμένη;
    Το αγόρι θυμάμαι με φίλησε ανάμεσα στις καφετιές βούλες των ματιών μου, ο προδότης. Ο μπαμπάς του μετρούσε χρήματα. Η μητέρα ούτε που νοιάστηκε, δεν ήρθε καν να με χαιρετήσει. Μόνο το κλάμα του αδερφού μου θυμάμαι από εκείνη τη μέρα, το δικό του και το δικό μου που δε μπορέσαμε να αγκαλιαστούμε μια τελευταία φορά.
Όχι όχι..  αφήστε με να πάω στον αδερφό μου.. όχιιι

    Η τσιρίδα της κοκκινομάλλας με επανέφερε στην πραγματικότητα.  Συνήλθα από τον εφιάλτη της ζάλης και βρέθηκα σε έναν νέο, ζωντανό. Ήμουν στο πολύχρωμο δωμάτιο της. Με είχε ακινητοποιήσει.  Δεν  πρόλαβα να χωθώ κάτω από το κρεβάτι.  Με άρπαξε με τις χερούκλες  της  και με έσυρε από το σβέρκο μέχρι το Χωλ. Δε σταμάτησε να φωνάζει, ούτε που καταλάβαινα τι έλεγε. Μέχρι που έχωσε τη μουσούδα μου στο στρογγυλό πράσινο χαλί  στη μέση του δωματίου. Γνωστή η μυρωδιά, ανακατεύτηκα, ήταν φρέσκα τα κάτουρα μου.  Πίεζε το κεφάλι μου με όλη της τη δύναμη, άρχισα να παραπονιέμαι.  Εκείνη δε σταμάτησε. Έπρεπε να αποδράσω  αλλιώς θα έκανα εμετό. Με μια απότομη κίνηση του κεφαλιού μου δάγκωσα  δυο δάκτυλα της. Ούρλιαξε, μάτωσε.
     Έφυγα πάλι τρέχοντας. Αυτή τη φορά τα κατάφερα, κρύφτηκα κάτω από το κρεβάτι. Σκούπισα τη μύτη μου με τα πατουσάκια μου, μα η μυρωδιά από τα κάτουρα παρέμεινε ακόμα  μες τα ρουθούνια μου. Η ελεεινή. Τι την πείραξε; Αφού δεν είχε αφήσει άλλο χαλί μέσα στο σπίτι, που να τα ‘κανα; Στην εφημερίδα; Ολομόναχος;  Μόνο αν είχε ολοσέλιδο της Lady Gaga θα  τα έκανα εκεί, τσίσα και κακά μαζί.
    Έπειτα από ώρα έτεινε κοντά μου το δαγκωμένο της χέρι για να με τραβήξει από την κρυψώνα μου. Απομακρύνθηκα κι άλλο. Την άκουσα να μιλάει ήρεμα, σαν να μου ζητούσε να πάω κοντά της. Δεν ήθελα όμως, φοβόμουν. Εκείνη επέμεινε, δε φώναζε πια. Κι επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις, ξανά και ξανά. Κάποια στιγμή έφυγε, όταν επέστρεψε είχε δυο μπισκοτάκια στην παλάμη της. Τα άπλωσε προς το μέρος μου κι εγώ δεν αντιστάθηκα. Οι λιχουδιές είναι η αδυναμία μου.  Τα κατάπια αμάσητα. Η κοκκινομάλλα κρατούσε κι ένα τρίτο, όμως έπρεπε να βγω από την κρυψώνα μου για να το φτάσω. Δειλά- δειλά πήγα κοντά της. Με πήρε αγκαλιά και μου έδωσε το μπισκοτάκι στο στόμα. 
   Το βράδυ με άφησε σε ένα χνουδωτό τεράστιο μαξιλάρι κι έσβησε τα φώτα. Δεν ήθελα να κοιμηθώ μόνος, δεν ήξερα πώς γίνεται. Κλαψούρισα μήπως το καταλάβει. Η κοκκινομάλλα μάλλον νευρίασε. Άναψε το φως κι ήρθε βιαστικά από πάνω μου, νόμιζα πως θα με χτυπούσε. Αντιθέτως όμως με σήκωσε απαλά και με πήγε στο κρεβάτι της.  Ούτε  τώρα φώναξε, μόνο επαναλάμβανε τις ίδιες εκείνες λέξεις μέχρι που αποκοιμήθηκε. Τελικά δεν είναι και τόσο βλαμμένη, την είχα παρεξηγήσει. Αύριο θα κατουρήσω  στη εφημερίδα, μόνος, χωρίς τα αδέρφια μου. Θα τα καταφέρω! Ακούμπησα το λαιμό μου στο μπράτσο της και κοιμηθήκαμε μαζί.
«Λίο μου», αυτές είναι οι λέξεις που επαναλάμβανε και δε σταμάτησε για μια ζωή!   
                                                                                                       
Θ.Κ.