Σελίδες

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Άντρας δεν γεννιέσαι



"Άντρας γεννιέσαι, δε γίνεσαι" βροντοφώναξε στην καφετέρια με αφορμή τα συνθήματα της εκδήλωσης Υπερηφάνειας των ομοφυλόφιλων"..έχουν ξεφύγει οι βρωμόπουστες και οι άλλοι ανώμαλοι. Άκουσε εκεί."
   Οι φίλοι του κουνούσαν τα κεφάλια τους συναινετικά.
"Τα αρχίδια, μου τα έδωσε ο Θεός και η φύση, γι΄ αυτό λέγομαι άντρας." συνέχισε.
   Μόνο που ξέχασε να τα χρησιμοποιεί, σκέφτηκε η γυναίκα του. 'Ενα χρόνο είχε να την πηδήξει. Τελευταία δεν κοιμόταν καν στο κρεβάτι τους, τον έπερνε ο ύπνος στον καναπέ χαζεύοντας μεταμεσονύχτια προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης. Αν τύχαινε δε να τον ακουμπήσει ταχα μου τυχαία στα απόκρυφα σημεία, μπας και τον καυλώσει, εκείνος ξεσπιώταν και τραβιόταν πιο πέρα. Πετούσε και ένα μακρόσυρτο "Έλαααα" τύπου "Αίντε παράτα με" και άλλαζε κανάλια στην τηλεόραση από αμηχανία.
   Στην αρχή τα έβαλε με τον εαυτό της. Πήρε κιλά στην εγκυμοσύνη, δεν βαφόταν, δε φορούσε προστυχα εσώρουχα. Όμως πάντα έτσι ήταν, έτσι γνωρίστηκαν. Απλοί και οι δύο, έκαναν τζόκιν κάθε πρωι στο ίδιο πάρκο. Ποτέ δεν ήταν κοκέτα, ποτέ δεν ήταν ο τύπος με τη γραβάτα.
Έπειτα ήταν σχεδόν βέβαιη οτι την κερατώνει. Έβαλε ντετεκτιβ, τη φίλη της την Κάτια, τζάπα και με σίγουρα αποτελέσματα. Τέτοιο πάθος να ανακαλύψει την αληθεια, ούτε επαγγελματίας. Τζίφος η έρευνα. Σπίτι, δουλειά, καφετέρια, σπίτι ο κύριος.
   Τελικά τον κεράτωσε εκείνη. Με τον κολητό του. Χρόνια παιζόντουσαν. Λάγνα βλέμματα, τυχαία αγγίγματα, σόκιν πειράγματα. Όλα στην πλάκα, για τον χαβαλέ. Μα πάντα υπάρχει μια αλήθεια κρυμμένη στου κρυφού πόθου τα λόγια.
"Θα με πάρεις πίσω στο σπίτι;" τον ρώτησε ένα βράδυ που είχαν βγει μεγάλη παρέα για ουζάκια κι εκείνος ξεκίνησε να φύγει νωρίτερα.
"Θα σε πάρω και πίσω και μπρος. Όπου γουστάρεις!" της απάντησε. Ο άλλος έξυνε τ' αρχίδια του, σημασία δεν έδωσε πότε έφυγαν η γυναίκα και ο φίλος του.
   Το πε και το έκανε ο κολητός. Και την πήγε, και την πήρε. Στο σαλόνι του σπιτιού τους. Αφού τέλειωσε το σάλιο από τα φιλιά στο πλατύσκαλο, τον έβαλε μεσα και τον πέταξε στον καναπέ. Το μουνί της έκανε συσπάσεις. Γδύθηκε υστερικά, σχεδόν βίασε τα ρούχα της. Γαμήθηκαν σαν ζώα, ενστικτωδώς. Απο πίσω κι απο μπρος, όπως της είχε υποσχεθεί. Όπως το επιθυμούσε εκείνος χρόνια τωρα. Απο τότε που ο φίλος του του την είχε συστήσει.
"Σ'αρεσε;" την ρώτησε από το κινητό καθώς επέστρεφε σπίτι του.
"Όλα. Πολύ!" του απάντησε εκείνη.
Το επόμενο πρωί του έστειλε φωτογραφία τα βυζιά της σε μήνυμα. "Δικά σου" έγραφε απο κάτω.
Κι έκτοτε σταμάτησε να ασχολείται με τον άντρα της. Πλέον ανήκε αλλού. Του ζήτησε και διαζύγιο, κάτι που δεν είχε το θάρρος να κάνει εκείνος. Που θα έβρισκε αλλού κορόιδο να του πλένει, να του μαγειρευει και να του μεγαλώνει το παιδί;
"Γιατί Κάτια μου, τι κι αν γεννηθηκε με αρχίδια, άμα δεν ξέρει που και πότε να τα χρησιμοποιεί, αρχίδια άντρας είναι!" βροντοφώναξε στη φίλη της.

Θ.Κ.


   
 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Thorn Birds



 

-Ναταλί, δες τα κύματα. Ουαουυυ.. φυσάει  πολύ σήμερα.

-Σσσς σώπα, έρχεται.


-Ποιος έρχεται; Πού;

-Να εκεί, πίσω από τα δέντρα. Είναι η γυναίκα που έφτασε χθες αργά με το τρένο. Μένει στο εξοχικό των Ονίλ. 


-Όμορφη είναι με το αεράτο κοντό φορεματάκι της!

- Άντε βρε, σαλιάρη. Σιγά, ένα φθηνιάρικο φόρεμα με λουλούδια είναι, σκουπίσου.


-Έλα, μη ζηλεύεις.  Δεν φαίνεται χαρούμενη πάντως, περπατάει βαριεστημένα στην αμμουδιά.

-Ναι, δίκιο έχεις. Ωχ Ωχ κοιτάει ψηλά προς τα εδώ, σκύψε μη μας δει.


-Μπα, δε νομίζω να μας παρατήρησε. Να, γύρισε ξανά προς τη θάλασσα, ρίχνει βότσαλα στο νερό.

- Κάπου αλλού έχει το μυαλό της. Κάτι την απασχολεί.. δε με ξεγελάει εμένα.


-Σίγουρα κάτι θα της συνέβη. Για ποιόν λόγο άλλωστε βρίσκεται μόνη της εδώ πέρα στην ερημιά;

-Τώρα χαμογελάει. Χορεύει στον αφρό των κυμάτων, κάτι ευχάριστο θα θυμήθηκε. Με μπερδεύει.


-Τώρα που το λες, κι εγώ θυμήθηκα. Την ξέρω! Έχει ξανάρθει..

-Πότε; Ποια είναι;


- Θα επιστρέψω.

- Μπεεεεν… μη φεύγεις.


-Περίμενέ μεεεε..

-Πφφφ.. μα, που πήγε εκείνη ; Α, να τη έφτασε στα βράχια.


Η Ναταλί πέταξε ως εκεί. Της άρεσε να παρακολουθεί τους ανθρώπους. Να προσπαθεί να μαντέψει τα συναισθήματα τους, να κουτσομπολεύει τα μυστικά τους. Βρήκε την όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη χάμω να μουσκεύει με τα δάκρυα της την ξανθή άμμο.  Ήθελε να την παρηγορήσει, όμως δεν ήξερε καν το πρόβλημα της. Τι να της έλεγε; Τελικά έμεινε κρυμμένη πίσω από τα γκρίζα βράχια αφήνοντας την μόνη να ξεσπάσει.


-Τσιου.. τι γίνεται εδώ; Πως είναι η κυρία Ονίλ;

-Μπα, επέστρεψες;  Γιατί ψιθυρίζεις; Σιγά μην μας ακούσει, αυτή εδώ και δέκα λεπτά σκέφτεται αν θα βουτήξει ή όχι. Μέχρι το γόνατο έχει καταφέρει να μπει στο νερό.


 -Εμ, έχει και δυο μέτρα πόδια. Ακόμα δεν κατάλαβες ποια είναι; Η Ελίζα Ονίλ, η δεύτερη κόρη της οικογένειας Ονίλ.

-Ποια; Ψέματα μου λες. Πως άλλαξε έτσι;!;


-Κοίτα εκεί, κάποιοι έρχονται.

-Γιατί μου κλείνεις το μάτι; Ο άντρας της θα είναι.


-Δες καλύτερα πανάθεμα σε. Είναι ο Θορν!

-Α.  Πως τολμάει κι έρχεται ο ελεεινός. Εκείνος φταίει για όλα, εκείνος την παράτησε.  Εξαιτίας του πήρε τη βαλίτσα της κι έφυγε η νεαρή Ελίζα τότε. Απορώ ποιος αχρείος τον ενημέρωσε ότι ήρθε.


-Εγώ του το είπα.

-Εσυυυυύ; (έξαλη)


-Έπρεπε να το μάθει.

- Μάλλον δεν κατάφερες και πολλά. Δες την, απομακρύνεται. Μπράβο Ελίζα!


-Τρέχει ξωπίσω της. Την αγαπάει.

-Το κτήνος, την έριξε κάτω. Πάω να τη σώσω.


Ο Μπεν πέταξε γρηγορότερα προλαβαίνοντας τη Ναταλί. Μετά από μερικές σβούρες στον αέρα, κυλίστηκαν κι αυτοί στην ακροθαλασσιά, όπως ο Θορν με την Ελίζα που φιλιόντουσαν τώρα παθιασμένα  πάνω στην υγρή άμμο.


-Το ήξερα. Αγαπιούνται ακόμα! Κοίτα πόσο ταιριαστοί είναι.

-Φτου, φτου.. μπήκε άμμος στο ράμφος μου. Χάλια με έκανες.


-Ωωωω πάψε πια και φίλα με..

-Αχχχχχχχχ
 
                                                                                                                                                             Θ.Κ.

 
                                 

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Ζέστη



Ζέστη.

Ζέστη 8ου μήνα, αυγουστιάτικη.

Αφόρητη ζέστη.

Δε σε νοιάζει, η δροσιά απλώνεται ελάχιστα εκατοστά πιο πέρα από τα πόδια σου.

Βουτάς, μουσκεύεσαι, κολυμπάς, ξαναβουτάς. Δε θες να βγεις από μέσα της πριν κάνουν ζάρες τα δάκτυλα σου.

Παρατηρείς τα ημίγυμνα κορμιά που στάζουν, από τη ζέστη. Δεν ήταν τόσα πρωτύτερα, η παραλία δείχνει διαφορετική.

Οχτώ ομπρέλες και μια ξαπλώστρα. Σ΄ αυτήν θες να πας, στη σκιά της να αράξεις. Και ξαναβγαίνεις στη ζέστη.

Η ξαπλώστρα έχει ιδιοκτήτη, δε σου κάνει χώρο μα εσύ θες να πας.

"Πάμε να φύγουμε;" σου λέει ένας φίλος.

"Με τέτοια ζέστη;" τον κοιτάς ικετευτηκά "Ας μείνουμε ως τις 20:00"

Την καλύτερη ώρα, που πέφτει ο ήλιος, που κλείνουν οι ομπρέλες κι ερωτεύονται τα κορμιά. Μόνο αυτό του ζητας.

Στριμώχνεσαι στη ξένη ξαπλώστρα.

Και κάτω από τη σκιά της ομπρέλας δεν έχει πια ζέστη, αλλά.. καύσωνα.


                                                                                             Θ.Κ
                                                                                             17/8/2015



Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Μ' ακούς;


Υπόγεια Ρεύματα - Μ' αρέσει να μην λέω πολλά


Θα προτιμούσα να μην σου είχα μιλήσει ποτέ,
μόνο να σου έγραφα λέξεις.
Να διάβαζες τα γράμματα μου,
παρά να άκουγες τη φωνή μου.
Θα ένιωθες τις προτάσεις μου όπως πραγματικά θέλω να τις εκφράσω,
όχι σαν να κάνω ανάγνωση τις σκέψεις μου.
Αν μ' αγαπάς πραγματικά μη με ψάχνεις στην πλατεία της Ομιλίας,
συνάντησε με στο δωμάτιο της Σιωπής.
Κι αν δεν κατάλαβες τι σου εξομολογήθηκα απόψε,
ακόμα κι αν η μνήμη σου το διαγράψει,
ίσως κάποτε το διαβάσεις ξανά και χρωματίσεις τη γλώσσα μου.

Θ.Κ.

Υπόγεια Ρεύματα - Μ' αρέσει να μην λέω πολλά

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Το μπαλάκι






Χοροπηδάει ένα τόσο δα μπαλάκι,
πιο μικρό και από το μαργαριτάρι στο κέντρο του κολιέ σου.
 Όλα είναι θέμα τύχης,
θα κερδίσεις πολλά ή θα χάσεις τα πάντα.
Στο μυαλό σου χωράνε μόνο αριθμοί,
αριθμοί και χρώματα.
Η εικόνα σου οργισμένα απελπισμένη,
μοιάζεις με ένα μεγάλο νούμερο.
Μα φοβάσαι,
τρέμεις μη χάσεις από κάποιο μικρότερο.
Πόσο ασήμαντα ήταν τα νούμερα για σένα κάποτε;
Κανένα δε μετρούσε ουσιαστικά χωρίς μια συστάδα μηδενικών να το ακολουθεί.
8 μαύρο!
Το μπαλάκι κέρδισε.


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Μια μέρα, μια Αγάπη



Στον Λίο



‘Το παιδί. Να πάω βόλτα το παιδί.’ η πρώτη σκέψη μόλις ξύπνησα.
Μπήκα στο μπάνιο να ρίξω νερό στο πρόσωπο μου. Ο μικρός περίμενε στην πόρτα. Ντύθηκα βιαστικά. Κλειδιά, κινητό, λιχουδιές και φύγαμε. Πήγαμε στο πάρκο για παιχνίδι και όχι μόνο. Είκοσι λεπτά αγουροξυπνημένης ανεμελιάς με το οχτώ μηνών μαύρο πιντσεράκι μου.
Ο χρόνος κύλησε εκνευριστικά γρήγορα. Επιστρέψαμε άρων άρων  στο σπίτι, έπρεπε να ετοιμαστώ για τη δουλειά. «Θα είσαι καλό παιδί Λίο;» ρώτησα «Ένα γαβ για Ναι, δύο γαβ για Όχι» του είπα λες και καταλάβαινε. «Γαβ» έκανε και πήδηξε ψηλά να μου σκάσει ένα φιλί. Έφυγα αθόρυβα ξεγελώντας τον με ένα λαχταριστό μπισκότο.
 Στο αμάξι έβαλα μπρος το ραδιόφωνο. Όσα είχα σβήσει από τη μνήμη το προηγούμενο βράδυ επανήλθαν. Εκκρεμότητες, υποχρεώσεις, μικρόπαρεξηγήσεις, τα γενέθλια του Μιχάλη, προβληματισμοί, υπαρξιακά. Μελαγχόλησα. Δυνάμωσα το ραδιόφωνο. Σταμάτησα να σκέφτομαι. Άνοιξα το παράθυρο να με χτυπήσει το αεράκι, να μου πει Καλημέρα.
Η δουλειά μια ρουτίνα, φαντάζομαι όλες οι δουλειές κάπως έτσι καταλήγουν με τα χρόνια, σαν καθημερινό σήριαλ σε επανάληψη. Εξυπηρέτηση πελατών σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Χαμόγελο και  πάμε, ανεβαίνουν τα στόρια, το μαγαζί γεμίζει. Αιτήματα, λογαριασμοί, αγορές, πελάτες. Κάποιοι αγέλαστοι, απαιτητικοί, φωνακλάδες κι άλλοι πρόσχαροι, ευγενικοί, καλαμπουρτζήδες.
Η κυρά Σοφία, πρωινή πρωινή να πληρώσει λογαριασμούς, τον δικό της και του εγγονού της, που κατάρες του έριξε μόλις άκουσε το ποσό. Κόντευε να της φύγει η μασέλα από την σύγχυση. Κάθε μήνα τα ίδια, έτσι είναι οι αδυναμίες. Μου άφησε κι έμενα το κατιτίς μου να πιω μια μπύρα. Δεν αρνήθηκα. Τι; Να με καταριόταν; Α πα πα πα
Ήρθε και ο Στάθης ο υδραυλικός, για πολλοστή φορά να δει τις συσκευές. Όχι δεν ήταν αναποφάσιστος, δειλός  ήταν. Για κινητό έψαχνε, την κοκκινομάλλα συνάδελφο μου κοιτούσε και αν τύχαινε να της μιλήσει, τραύλιζε. Σαν δονουμενος σωλήνας, άντε μετά να φτάσει το νερό στο αυλάκι.
Έπειτα ο κυρ Στέφανος που χήρεψε πρόσφατα και δεν τον χωράει το σπίτι, να πει την καλημέρα του και να με ρωτήσει αν κατέβηκα στο νησί. Κουβέντα ήθελε και λίγο χαμόγελο να ξεχαστεί από τη στεναχώρια του.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά κλείσαμε για μεσημεριανό διάλλειμα. Πήγα στο γυμναστήριο να διατηρήσω σφιχτό τον ένα κοιλιακό μου. Μεγαλώνω, το σώμα μου δε με βοηθάει όπως παλιά. Στο σπίτι δεν προλάβαινα να γυρίσω, που να τρέχω μες την κίνηση; Έκανα μια σκέψη στο παιδί.  Άραγε διασκεδάζει με τα αρκουδάκια του ή βαριέται;
Έφαγα κάτι πρόχειρο κι επέστρεψα ξανά στο μαγαζί. Οι απογευματινοί πελάτες πιο ιδιαίτεροι, πιο διασκεδαστικοί. Παίζουν σε άλλο σήριαλ αυτοί, σε βγάζουν από τη ρουτίνα.

Η κυρία Ιουλία, συνταξιούχος αριθμομάντισσα. Μου ανέφερε για την νέα της σχέση. «Εκείνος 6, εγώ 9. Ταιριάζουμε!» είπε ενθουσιασμένη ενώ ξεμπέρδευε καλώδια από φορτιστές που είχε στη τσάντα της. Τελικά μπλέχτηκαν για τα καλά μεταξύ τους. «Στεφάνι!» αναφώνησε, επιδεικνύοντας τα καλώδια τυλιγμένα σε κύκλο «..θα με πάρει στην εκκλησία..» σχεδόν δάκρυσε  «..πρέπει να φύγω, να προλάβω το κομμωτήριο». Καλά στέφανα της ευχήθηκα, τι να ‘λεγα; Που πας μωρή τρελή;
Μέτα ήρθε και η κυρία Νίτσα. Πάλι έχασε τη φωτογραφία του πρώην της από το κινητό. Εξήντα επτά χρονών αυτή, εβδομήντα δύο εκείνος. Της τον έφαγε η αδερφή της η πουτάνα, έτσι την αποκαλούσε. Της βρήκα τη φωτογραφία και ηρέμησε. «Θα τον διεκδικήσω» μου είπε και έφυγε καμαρωτή.
Και λίγο πριν το κλείσιμο η Βαλεντίνη. Γυναικάρα δυο μέτρα κι ας γεννήθηκε αγόρι. Παραπονιόταν για τα πόδια της. Όλη νύχτα πάνω στα δωδεκάποντα στη Συγγρού και οι πελάτες άφαντοι. Κρίση κι αυτές, κρίση και ο έρωτας.
Βράδιασε, τα στόρια κατέβηκαν, έσβησαν τα φώτα. Τέλος επεισοδίου.
Στην επιστροφή έτρεχα, βιαζόμουν να γυρίσω στο σπίτι. Κάποιοι φίλοι με πήραν στο κινητό. Ποτό στο Γκάζι ή γενέθλια στου Μιχάλη; Δεν κανόνισα τίποτα, έπρεπε να δω το παιδί.
Μόλις άνοιξα την πόρτα όρμησε σαν χείμαρρος για ένα ανυπόμονο  σφιχταγκάλιασμα του ποδιού μου. Πόσο μου έλειψε ο μικρός μου;! Αφού ηρέμησε τον ρώτησα που ήθελε να πάμε βόλτα «Ένα γαβ για Πανόρμου, δυο για Κατεχάκη». «Γαβ» μου απάντησε λες και γνώριζε ποια οδός είναι που. Πανόρμου λοιπόν, βγήκαμε αμέσως για περίπατο. Στη διαδρομή δυο ξένοι. Εκείνος τις μυρωδιές του, εγώ τον απολογισμό της ημέρας. Εκείνος πρόσθετε νέες πληροφορίες στον εγκέφαλο του, εγώ διέγραφα τις άχρηστες. Όταν πια χαλάρωσα είπαμε μερικές κουβέντες, εγώ δηλαδή τις είπα κι ο Λίο άκουγε. Περαστικοί με κοιτούσαν περίεργα. Ίσως γι’ αυτούς να ήμουν ο αλλοπρόσαλλος ήρωας της δικής τους συνηθισμένης μέρας. Δε βαριέσαι, ασ' τους να νομίζουν.
Στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ έριξα μια τελευταία ματιά στον Λίο, είχε ξαπλώσει στο ζεστό του κρεβατάκι. Με κοίταξε με τα υπέροχα μαύρα μάτια του. «Σ’ αγαπάω» του λέω «Εσύ άραγε τι νιώθεις; Μ’ αγαπάς; Ένα γαβ για Ναι, δύο γαβ για Όχι». Παύση μερικών δευτερολέπτων.
Γάβγισε μια φορά!
Έτσι κι αλλιώς πάντα μια φορά γαβγίζει. Το ήξερα..
Είναι ωραίο να ακούς το «Σ’ αγαπώ». Ακόμα κι αν κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν, δεν το γνωρίζουν ή δεν το νιώθουν, υπάρχει πάντοτε τρόπος να τους το κλέβουμε.

«Καληνύχτα μικρέ μου».

Θ.Κ.




Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Οι δυο Φίλες



Amelie Poulain - Comptine d' un autre ete


Ανησυχούσαν μήπως δε βρουν να καθίσουν,
χέρι - χέρι έψαχναν ένα κενό.
Αχώριστες μες τη μιζέρια τους,
καλύτερες φίλες από γεννησιμιού.
Έπρεπε να προλάβουν την όποια Ameli Poulain.
"Βρήκα, βρήκα!" φώναξε η Μοναξιά.
"Επιτέλους θα αράξουμε." χαμογέλασε η Θλίψη
Κι οι δυο τους σαν άκαρδες μέγαιρες,
όρμισαν μέσα μου.
Γέμισαν το μεγάλο κενό.

Θ.Κ.

Amelie Poulain - Comptine d' un autre ete