Σελίδες

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Puzzle





Κομμάτι 2
Στην αρχή έφτιαξε το περίγραμμα. Δε δυσκολεύτηκε. Κοίταξε την εικόνα στο κουτί. Η Νεράιδα του Χειμώνα. Ξανθιά,  νέα, όμορφη, καθισμένη πάνω σε ένα κορμό δέντρου ντυμένη με ένα μακρύ λευκό φόρεμα. Τα ανοιγμένα της φτερά θαρρείς πως ταράσσονταν ανάμεσα στις νιφάδες χιονιού που έπεφταν ολόγυρα καλύπτοντας το τοπίο. Κλαδιά  δέντρων αχνοφαίνονταν σκοτεινά στο βάθος. Αρκετό λευκό, λίγο καφέ, ελάχιστο μαύρο. Ζόρικο παζλ, αλλά ευτυχώς μόνο πεντακόσια κομμάτια.
Ο κύρ Ανδρέας καθόταν στην αγαπημένη  του καρέκλα πάνω στο μπορντό  μαξιλάρι. Άπλωσε τα κομμάτια στην επιφάνεια του μικρού γραφείου στο σαλόνι. Πρωτύτερα είχε τραβήξει όλες τις κουρτίνες για να μπει άπλετο φως.  Ήταν ήδη περασμένες τρεις. Σκοπός του ήταν να το τελειώσει μέχρι το βράδυ.
Όσο η ώρα κυλούσε ο ουρανός συννέφιαζε και το φως της ημέρας χανόταν. Σειρά πήρε η λάμπα του πορσελάνινου φωτιστικού να τον βοηθήσει να διακρίνει τους διαφορετικούς  χρωματισμούς των κομματιών. Λευκό, λευκό, λευκό.  Όλα έμοιαζαν μεταξύ τους κι όμως δεν ήταν ίδια. Τα φτερά ξεχώριζαν από τις λεπτές γαλάζιες ασύμμετρες ραβδώσεις , το χιόνι από τις μαύρες σκιές των κλαδιών, ενώ το φόρεμα ήταν ολόλευκο σαν αυτό μετά το πλύσιμο του απορρυπαντικού, όπως θα έλεγε και η γυναίκα του η Ουρανία. Γέλασε.
‘Ντριν Ντριν. Ντριν Ντριν’
Το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ανάγκασε να σταματήσει το ξεχώρισμα των κομματιών. Έφτασε μέχρι την αγέραστη  κουτσομπόλα και σήκωσε το ακουστικό.
‘Παρακαλώ;’
‘Έλα πατέρα. Τι έγινε; Πως πήγε το πρωί;’
‘Όλα εντάξει γιε μου. Εγώ ότι ήταν να κάνω το έκανα. Θα πάρει λίγο χρόνο βέβαια.. έτσι μου είπαν.’
‘Καλώς, αναμένουμε λοιπόν.. πήρα επίσης για να σας πω ότι αύριο είναι τα γενέθλια της μικρής.’
‘Δε χρειαζόταν να μας το θυμίσεις. Το ξέρουμε.’
‘Οκ. Θα περάσω να σας πάρω με το αμάξι στις έξι. Πες στη μαμά να φτιάξει καμιά πίτα.’
‘Μόνο μία; Έχει πάει να ψωνίσει για να φτιάξει δυο. Και να μη σου πω ότι έχει ήδη ετοιμάσει το κέικ!’
‘Τέλεια! Ράνια, έλα να μιλήσεις στον παππού.’ .. ‘Παππού;’ ακούστηκε η παιδική φωνή.
‘Μωρό μου!’
‘Παππού τι μου πήρες;’
‘Έκπληξη αγάπη μου. Κάνε λίγο υπομονή και θα δεις. Θα σ’ αρέσει!’
 ‘Εντάξει παππού, γιούπιιιιι!’ ..
 ‘Καλό βράδυ πατέρα!’

Κομμάτι 4
Άφησε τις σακούλες στο τραπέζι της κουζίνας. Ξεφύσησε. Έβγαλε το μαντίλι από τον λαιμό και ήπιε δυο ποτήρια νερό από τη βρύση. Έπειτα φόρεσε την ποδιά της και άδειασε το περιεχόμενο από τις πλαστικές σακούλες προσεκτικά στον πάγκο. Η κυρία Ουρανία ήταν έτοιμη να φτιάξει τις πίτες της.
Προσπάθησε να είναι όσο το δυνατό πιο ήσυχη στην κουζίνα. Όταν τελείωσε έβαλε την κοτόπιτα στην πάνω σχάρα και την  πρασόπιτα από κάτω. Δυνάμωσε τον προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς και κάθισε στον καναπέ να δει τηλεόραση.  Δεν ήθελε να τον ενοχλήσει όσο ασχολιόταν με το παζλ του. Κάποια στιγμή μόνο τον ρώτησε αν πεινάει, όμως δεν πήρε απάντηση.
‘Πήρε κανείς τηλέφωνο;’ δεύτερη ερώτηση.
Εκείνος χαμένος στα κομμάτια του της απάντησε ‘Όχι’ με μια μικρή καθυστέρηση.
Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Ήταν ο Δήμος ο νοικάρης τους. Ζήτησε από τον κύρ Ανδρέα την ποιητική συλλογή που του είχε υποσχεθεί. Οι δυο τους κατέβηκαν στο υπόγειο της πολυκατοικίας σε ένα μικρό δωμάτιο πνιγμένο στα βιβλία.

Κομμάτι 3
Ανέβηκε την σκάλα φορτωμένη με τις σακούλες. Ένιωθε εξαντλημένη. Μετάνιωσε που πήγε στο παντοπωλείο χωρίς τον σύζυγο της. Την έπιασαν οι ηρωισμοί και αποφάσισε να πάει μονάχη. Αλλά τι να έκανε που έπρεπε σώνει και καλά να τελειώσει το παζλ του; Δεν του είπε κουβέντα, άλλωστε δυο πράγματα ήθελε να ψωνίσει. Τα υπόλοιπα.. «μπήκαν με δική τους βούληση στο καρότσι», αστειεύτηκε η φωνή στο κεφάλι της.
Στάθηκε έξω από την πόρτα, έψαξε στην τσάντα τα κλειδιά της. Τα βρήκε κάπου ανάμεσα στο κραγιόν και τη θήκη των γυαλιών μυωπίας. Από το εσωτερικό του σπιτιού άκουγε τον σύζυγο να μιλάει. Κράτησε το κλειδί στο χέρι και ακούμπησε το αφτί της στην πόρτα. «Κατινιά;» σκέφτηκε.. αλλά μια μικρή ανησυχία μέσα της την προέτρεπε να παραμείνει εκεί.
«…Μωρό μου… Έκπληξη αγάπη μου. Κάνε λίγο υπομονή και θα δεις.. Θα σ’ αρέσει..»
Κάποιος άναψε το κεντρικό φως της πολυκατοικίας. Η κυρία Ουρανία αναπήδησε, το μπρελόκ με τα κλειδιά έφυγε από τα χέρια της και προσγειώθηκε στο μωσαϊκό πλακάκι του διαδρόμου κάνοντας κρότο. Η πόρτα μπροστά της άνοιξε άξαφνα.
‘Καλώς την!’ είπε ο κυρ Ανδρέας και την βοήθησε να πάνε τα ψώνια στην κουζίνα.


Κομμάτι 6
Άνοιξε την πόρτα για να αφήσει έξω τα σκουπίδια. Οι δυο άντρες επέστρεφαν. Ο νοικάρης τους αποχαιρέτησε εγκάρδια, προσφέρθηκε κάλλιστα να κατεβάσει τα σκουπίδια στον κάδο της γειτονιάς.
‘Ευχαριστούμε Δήμο’ είπαν ταυτόχρονα.
Στη συνέχεια κλειδώθηκαν μέσα στο σπίτι. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Η κυρία Ουρανία πήρε ξανά θέση στον καναπέ. ‘Θα έρθεις να δούμε το επεισόδιο;’ ρώτησε.
‘Πρέπει να τελειώσω το παζλ’ απάντησε ο κύρ Ανδρέας από το σαλόνι.
‘Μη σώσεις..’ ψιθύρισε εκείνη πικρόχολα.
Παρακολούθησε το αγαπημένο της τηλεοπτικό σήριαλ μόνη. Λίγο πριν το φινάλε αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε αργότερα από τις φωνές του.
‘Μα που είναι το ρημάδι;’ βάρεσε την παλάμη του στο γραφείο.
‘Ανδρέα, τι έπαθες;’ περπάτησε βαριεστημένα προς το μέρος του με θολωμένα ακόμα τα μάτια.
‘Λείπει ένα κομμάτι. Δεν το βρίσκω.’
Εκείνη πλησίασε στο γραφείο, είδε το ατελείωτο παζλ  Έλειπε ένα κομμάτι από το κεφάλι της νεράιδας που απεικόνιζε ένα στεφάνι από λευκά τριαντάφυλλα. Εκείνος έψαχνε σαν τρελός κάτω από το χαλί.
‘Ψάξε ψάξε, κάπου εδώ γύρω θα είναι.’ είπε η κυρία Ουρανία και έκανε να φύγει.
‘Που πας; Βοήθησε με να το βρω’ ακούστηκε περισσότερο σαν διαταγή πάρα σαν παράκληση.
‘Μμμμ, την έννοια του είχα... Δεν ταιριάζει και πουθενά να το κρεμάσουμε. Αύριο να αγοράσεις άλλο. Καλύτερης ποιότητας και με όλα τα κομμάτια μέσα στο κουτί.’ είπε εριστικά.
‘Το πρωί που το είδες σου άρεσε. Ξαφνικά σου ξίνισε; Και ποιος σου είπε ότι θα το κρεμάσουμε στο σπίτι; Δώρο θα το κάνω.. αν βρω το αναθεματισμένο.’
‘Βέβαια, δωράκι.. που αν επιτρέπετε; Ε;’ στάθηκε, τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και περίμενε.
‘Ουρανία, πας καλά; Τι ύφος είναι αυτό;’ πήγε στην κουζίνα να δει αν έχει πάρει το χάπι της. Το δισκίο ήταν ακουμπισμένο πλάι στο μισοάδειο ποτήρι με το νερό.
‘Απάντησε μου’ ούρλιαξε εκείνη ‘έχεις γκόμενα;’
Ο κύρ Ανδρέας τα έχασε. Πρώτη φορά δεχόταν τέτοια επίθεση από εκείνη στα τριάντα πέντε χρόνια του γάμου τους. Ανησύχησε για την υγεία της. Στην λέξη ‘γκόμενα’ ανατρίχιασε η ραχοκοκαλιά του. Δεν την είχε απατήσει ποτέ του, ούτε το είχε σκοπό.
‘Χριστιανή μου, τι είναι αυτά που λες; Αύριο έχει γενέθλια η Ράνια μας, σ’ εκείνη θα το κάνω δώρο. Γι’ αυτό ήθελα να το τελειώσω σήμερα. Για να προλάβω να το πάω αύριο πρωί στο κορνιζάδικο.’
‘Τι;’ ρώτησε αμήχανα εκείνη.
‘Άκουσε εκεί.. ΓΚΟΜΕΝΑ.. ντροπή σου.’ Της έδωσε το χάπι στο στόμα. ‘Πιες το σε παρακαλώ, μην έχουμε χειρότερα αύριο. Πήρε τηλέφωνο ο Κυριάκος πριν, θα περάσει στις έξι να μας πάρει.. αν είμαστε καλά.’ την κοίταξε αυστηρά.
‘Τι;’ ρώτησε πάλι και ήπιε το χάπι της.
‘Τι τι; Τυρί! Έπρεπε να ακούσεις την μικρή χαρές που έκανε όταν της είπα ότι την  περιμένει μια έκπληξη!’


Κομμάτι 5
 Της είπε ψέματα. Γιατί; Αφού τον άκουσε να μιλάει στο τηλέφωνο. Ποιαν είχε αποκαλέσει ‘Μωρό του’ και ‘Αγάπη του’; Μέχρι πριν δυο λεπτά πίστευε ότι θα ήταν κάποια από τις κόρες τους. Όμως τώρα.. το μυαλό της κόντευε να σαλτάρει. Έπιασε το πολύχρωμο φτερό για ξεσκόνισμα από την αποθήκη και άρχισε να καθαρίζει με μανία τις επιφάνειες.
Κομοδίνα, καρέκλες, τραπέζια, φωτιστικά και όλα τα κάδρα. Τα περισσότερα ήταν κορνιζαρισμένα παζλ που απεικόνιζαν διάσημους πίνακες του Mone, του Van Gogh και αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου. Όλα δικά του δημιουργήματα. Δεν τον βοήθησε ποτέ να τα φτιάξει, ούτε ένα. Τα βαριόταν. Μίσησε εκείνον και μαζί μίσησε τα έργα του. Μια ζωή ασχολιόταν με την ποίηση και πάζλ του. Ζήλεψε, εκείνη δεν είχε ποτέ ένα χόμπι, πέρα από τη μαγειρική της. «Έπρεπε να πάω να μάθω Μπριτζ, τότε που με παρακάλαγε η Μπουμπού! Νααα.. ζων.» μούντζωσε τον εαυτό της.
«Θα γνώρισε καμιά Ρωσίδα ο ελεεινός.» Δάκρυσε για τα τριανταπέντε χρόνια γάμου τους.  Το πρωί κατέθεσε και τα χαρτιά για την σύνταξη του. Έτσι εξηγείτε  «Μυρίστηκε το Εφάπαξ η βρώμα». Κοίταξε το ανολοκλήρωτο παζλ και μετά την εικόνα της ξανθιάς νεράιδας στο κουτί. «Μ’ αυτήν μοιάζει; Τι είναι καμπαρετζού;». Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τον εαυτό της. Φορούσε μια ριχτή σωμών πουκαμίσα και από κάτω ένα φαρδύ σκούρο μπλε παντελόνι. Δεν τόλμησε να αγγίξει τα γεροντόπαχα της ούτε καν τα πεσμένα της στήθη. Ξεσκόνισε το γραφείο του συγχυσμένη. Ένα μικρό κομμάτι από το παζλ έπεσε στο χαλί. Το είδε. Δεν το έκανε επίτηδες.
Πήγε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έφαγε δυο μπουκιές από το κέικ που είχε φτιάξει για τα γενέθλια και αμέσως έβγαλε την ηλεκτρική σκούπα από το ντουλάπι της αποθήκης. Σκούπισε τα ψίχουλα κάτω από το τραπέζι  κι ύστερα τράβηξε τη σκούπα μέχρι το χαλί του σαλονιού. Άκουσε το κομμάτι του παζλ να χτυπάει σαν στρακαστρούκα καθώς το ρούφαγε ο μεταλλικός σωλήνας. Έπειτα άδειασε τον χάρτινο  κάδο στη μεγάλη σακούλα με τα πεταμένα τσόφλια των υπόλοιπων άχρηστων υλικών.  ‘Σκουπιδάκια τέλος’ είπε.

Ήξερε ότι θα τον πλήγωνε βαθιά μ’ αυτό που έκανε. Ήξερε ότι ένα ανολοκλήρωτο παζλ θα ήταν όπως μια κοτόπιτα χωρίς δυόσμο ή χειρότερα, χωρίς μοσχοκάρυδο. Οσμίστηκε τον αέρα του σπιτιού. Μειδίασε ικανοποιημένη. Οι πίτες ήταν έτοιμες. Έσβησε τον φούρνο.

ΤΕΛΟΣ


Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Τρίλιζα


Buika - En Mi Piel

Τρέχαμε. 
Ψέμα.
Εσύ έτρεχες.
Εγώ ακολουθούσα με γοργά βήματα, 
πίσω από κάποιον άλλον.
Όχι πως δε με ένοιαζε,
ώρες πριν το κανονίζαμε.
Να την απολαύσουμε σε μια στρογγυλή αίθουσα μιας άλλης εποχής.
Όμως το θελκτικό κορμί μου δεν ανεχόταν ίχνος ιδρώτα 
να κυλήσει στο δέρμα που εύοσμα το κάλυπτε. 
Χάθηκες στο πλήθος. 
Δεν πανικοβλήθηκα, 
βάδιζα πλάι σε κάποιον άλλον.
Περίμενες στην είσοδο του Cine Ολύμπιον,
με τρία εισιτήρια στο χέρι.
Εκείνη τη νύχτα δεν ήμασταν οι δυο μας,
εκείνη τη νύχτα δεν κατοικήσαμε μόνοι.

Θ.Κ.

Buika - En Mi Piel




Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα δέντρο μονάχο



Πνίγομαι..

Αργά, απρόθυμα.
Σαν δέντρο σε επισφαλές πρανές, που το έδαφος του όλο και βουλιάζει.
Κοιτάζω εμβρόντητος το βαθύπεδο των βουνών.
Με περιμένει θαρρώ.
Το μόνο που με βαστάει είναι ένας κόμπος στον λαιμό.
Ώσπου το γέρικο κλαδί σπάει

..παίρνω με δυσκολία μια ανάσα, μια δεύτερη, μια τρίτη

Κάποτε δέσποζα, μόνος και υπερήφανος.
Ψηλά όπως το μοναχικό αγέρωχο δέντρο.
Εκεί στην κορυφή!
Τώρα γέρνω όπως κι εκείνο 

..δε με θέλει κοντά του

Αμείλικτο με πετάει στο κενό.
Μα η πτώση θέλει χέρια να με βαστάξουν για να μην τσακιστώ.
Χέρια να με πνίξουν στην αγκαλιά τους.
Πουθενά

..πετάω, ζαλίζομαι, γκρεμίζομαι και σπάω.

Όχι, δεν είναι τα δέντρα μοναχικά. 
Εμείς είμαστε δειλοί που αδυνατούμε να ζούμε μονάχοι.

Θ.Κ.






Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Pet Pleasure «Paradise»


                                                                                                                         Ακατάλληλο κάτω των 18


Δε χρειάστηκε να πάω μακριά. Ένα νέο pet shop είχε ανοίξει στον συνοικιακό εμπορικό δρόμο. Μπήκα στο κατάστημα δίχως να βγάλω τα γυαλιά ηλίου. Δε με υποδέχθηκε κανείς. Προσπέρασα τα  άδεια κλουβιά και στάθηκα για λίγο στο μικρό ενυδρείο με τα χρυσόψαρα. Κολυμπούσαν πέρα δώθε σαν παλαβά. Απόρησα πως κατάφερναν να μην κουτουλάνε μεταξύ τους, όπως κουτούλησα εγώ με την ξανθιά υπάλληλο.
‘Συγνώμη’ ζήτησα αμέσως.
‘Δεν πειράζει, θέλετε βοήθεια;’ με ρώτησε.
Κρατούσε ένα  ινδικό χοιρίδιο το οποίο είχε γαντζωθεί πάνω στο κολλητό φανελάκι της.
‘Ευχαριστώ, απλά χαζεύω’ αποκρίθηκα.
Έστριψα στον διάδρομο με τα χελωνάκια. Στο τέρμα διέκρινα τις μεγάλες σακούλες ζωοτροφών  Ήμουν πολύ κοντά στο σωστό σημείο, σκέφτηκα. Περπάτησα νωχελικά χαζεύοντας τα πράσινα αμφίβια μέσα στις πλαστικές οάσεις. Στον τοίχο αριστερά από τις τροφές υπήρχαν κρεμασμένα όλα τα αξεσουάρ. Αλυσίδες και κολάρα, μόνο αυτά με ενδιέφεραν.
‘Για γάτα ή για σκύλο;’ με αιφνιδίασε η ξανθιά υπάλληλος.
Η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει. Στο αριστερό της χέρι ήταν τυλιγμένο ένα λεπτό κοκκινωπό φίδι. Σάστισα, βιάστηκα να απαντήσω ‘..για σκύλο’, όμως το μετάνιωσα αμέσως. Μου έδειξε όλα τα κολάρα, δε μ’ άρεσε κανένα.
‘Τι ράτσα είναι;’ ρώτησε.
‘Τσιουάουα’ της απάντησα εκνευρισμένα. Επίσης της ζήτησα, καθόλου ευγενικά, να απομακρύνει το φίδι. Μου προκαλούσε πανικό η επιμονή του να ξεφύγει από τα χέρια της. Έκανε μια ανόητη γκριμάτσα και χάθηκε από μπροστά μου. Δεν ένιωθα άνετα εκεί μέσα, ούτε ήμουν ακριβώς σίγουρος για το τι ήθελα να αγοράσω. Τράβηξα μια μεταλλική αλυσίδα μεσαίου μεγέθους από τη μπάρα κρέμασης και έφυγα γοργά για το ταμείο. Η ξανθιά υπάλληλος βρέθηκε και πάλι μπροστά μου.
‘Τελικά δε βρήκατε κολάρο;’  ρώτησε με στενάχωρο ύφος σαν να νοιαζόταν πραγματικά -έτσι έδειχνε τουλάχιστον ‘Την επόμενη εβδομάδα θα φέρουμε περισσότερα!’ επισήμανε καθώς μου έδινε την απόδειξη. Ένα μικρό άσπρο γατάκι ξεπρόβαλε τότε κάτω από τον πάγκο του ταμείου. Νιαούρισε και με κοίταξε λυπημένα. «Πάρε με» φαντάζομαι θα έλεγε.
Το κλώτσησα ελαφρά, γύρισε στην προσωρινή αφεντικίνα του. Ο ήχος από το κουδουνάκι στο λαιμό του μου ερέθισε τα εγκεφαλικά κύτταρα. Ζήτησα από την υπάλληλο να μου τυλίξει ένα ίδιο κολάρο γάτας χρώματος θαλασσί.. για δώρο. Βγήκα χαρούμενος από το ζωομάγαζο. Ευτυχώς είχα γλυτώσει πολύ περπάτημα για μια επίσκεψη στο sex shop στην άλλη άκρη της συνοικίας.

--------------------------------------------------------------------------------------------

Διάβηκα τον δρόμο χωρίς να ελέγξω. Μια μηχανή κόντεψε να με πατήσει στο πέρασμα της. Βρισκόμουν στη μέση του δρόμου ενώ το φανάρι των πεζών έδειχνε κόκκινο. Έτρεξα αγχωμένα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έφτασα  αρτιμελής. Το κινητό μου δονήθηκε. Μήνυμα.

-Στις 20:30 θα είμαι στο σπίτι. Έτοιμη για σένα! Θα περιμένω στα τέσσερα. -

Ήθελα να αυνανιστώ εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπροστά στη στάση του λεωφορείου. Συγκρατήθηκα. Περπάτησα βιαστικά. Μπήκα στο σπίτι ιδρωμένος και κλείστηκα στο μπάνιο. Δεν άργησα να τελειώσω..
Τι μου έχει κάνει αυτή η γκόμενα; Με τρελαίνει  Είμαι τριάντα έξη και νόμιζα πως τα είχα κάνει όλα. Καμιά τσούλα φοιτήτρια, καμία πληρωμένη πόρνη δε με έκανε να νιώθω έτσι όπως αυτή. Μου ανέβαζε τη λίμπιντο στο θεό. Μαυρομάλλα, Όμορφη, Υπάκουη, Ναζιάρα, Άνετη, ζουμεΡή, Αχόρταγη.
Επτά χρόνια μικρότερη μου. Υπεύθυνη σε κατάστημα εσωρούχων στο Κολονάκι. Τζάμπα τα έπαιρνε. Είχε γεμίσει με σέξυ εσώρουχα μια ολόκληρη συρταριέρα, γι’ αυτό δεν την πείραζε να της τα σκίζω. Της έστειλα μήνυμα.

-Να φοράς τα λευκά απόψε-

Πήγα σπίτι της πέντε λεπτά νωρίτερα, άργησε να μου ανοίξει. Πίεσα το κουδούνι δεύτερη φορά. Ζήτησε συγνώμη από το θυροτηλέφωνο και ενεργοποίησε το μηχανισμό της κεντρικής εισόδου. Ανέβηκα στον 3ο όροφο με τα πόδια. Βρήκα την πόρτα της μισάνοιχτη. Με περίμενε στο σαλόνι στα τέσσερα όπως μου είχε υποσχεθεί, φορούσε τα λευκά της εσώρουχα συνδυασμένα με γαλάζια καλτσοδέτα και ασημένιες ψηλοτάκουνες γόβες.
‘Γατούλα!’
‘Νιιιαααααρρρ’
Ήρθε κοντά, έλυσε τα κορδόνια των παπουτσιών μου με τα δόντια της. ‘Σου έχω μια έκπληξη’ είπα. Της φόρεσα το κολάρο στο λαιμό και μετά τη φίλησα παθιασμένα. Το κουδουνάκι χτυπούσε κάθε φορά που κατάπινε τα σάλια της. Σταμάτησα, περίμενα λίγο, με κοίταξε με απορία. Τράβηξα τα μακρυά της μαλλιά άγαρμπα προς τα πίσω και την χαστούκισα ‘Ευχαριστώ δε θα πεις;’. Με ευχαρίστησε αμέσως όμως έπρεπε να το είχε κάνει νωρίτερα.

---------------------------------------------------------------------------------------------

Πέρασα την αλυσίδα στο κολάρο και σηκώθηκα όρθιος. Την ανάγκασα να με ακολουθήσει μέχρι το δωμάτιο μπουσουλώντας. Έβγαλα τη δερμάτινη ζώνη μου και την τιμώρησα. Της άξιζε. Η στύση μου δεν την άφησε αδιάφορη.
Με δάκρυα στα μάτια με πλησίασε σαν αίλουρος, σκέτη κόλαση. Μια κόλαση με τρεις κεντρικές πύλες. Ήθελα να χωθώ στα καυτά της βάθη όμως δεν ήξερα ποια από τις τρεις να διαλέξω. Η γατούλα μου άνοιξε το στόμα της, δε μίλησε ούτε νιαούρισε, μόνο έκανε αυτό που έπρεπε. Καλό και υπάκουο ζωάκι!
Το πέος μου έμοιαζε με υπερυψωμένο φρούριο. Την τράβηξα με την αλυσίδα, ξάπλωσα στο μαλακό στρώμα κι εκείνη πήρε τη σωστή θέση πάνω στον πύργο μου. Μεγαλείο οι στιγμές, μεγαλείο οι αισθήσεις. Την δάγκωσα στον δεξί ώμο ενώ ταυτόχρονα την έπνιγα με το κολάρο.  Κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε απεγνωσμένα, το κολάρο κουδούνιζε ασταμάτητα στο δικό του διεστραμμένο ρυθμό. Απόλαυση! Μπήκα από την κόλαση για να βρεθώ στον παράδεισο. Ανταλλάξαμε βλέμματα. Σαδιστική ικανοποίηση ο φόβος του θανάτου στα μάτια της. Έβγαλε μια κραυγή οργασμού, την κάλυψα με το δικό μου κτηνώδες μουγκρητό.  Σταμάτησα να τη γαμάω. Την ελευθέρωσα αργά, βασανιστικά. Ξερόβηξε, πήρε ανάσα κι έγειρε επάνω μου. Χάϊδεψε το μάγουλο της στο δικό μου, μου γρατζούνισε απαλά το στήθος και νιαούρισε.  Ήταν τόσο υγρή που δεν είχε καταλάβει. Της ψιθύρισα στο αφτί "Δεν έχω τελειώσει ακόμη.."
    Μάζεψε αστραπιαία τα νύχια της από το στήθος μου. Παρατήρησα τα ελαφρώς σηκωμένα χείλη της, φαντάστηκα ένα μπαλάκι από πολύχρωμα σχοινιά σφηνωμένο ανάμεσα στις γνάθους της. Δεν μου βρισκόταν κάποιο διαθέσιμο, γέμισα το κενό με τον φλεγόμενο πύργο μου και την έπνιξα με τους χυμούς μου αυτή τη φορά.
    Αύριο θα πάω πάλι στο μαγαζάκι με τα κατοικίδια. Ξέρω ακριβώς τι θέλω να αγοράσω. Κι αν τυχόν με ρωτήσει η ξανθιά υπάλληλος ποια τροφή δίνω στο ζωάκι μου, θα της απαντήσω "Την καλύτερη! Σπιτική, φτιαγμένη από αγνά υλικά"  

Θ.Κ.




Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Ακάλεστη


Beginners

Δεν την κάλεσα εγώ, μόνη της ήρθε.
Ούτε καν χτύπησε την πόρτα.
Στρογγυλοκάθισε στη θέση μου,
δεν έχω τρόπο να τη διώξω.

"Ωραίο πάρτι!" ακούω μια φωνή.

Παίρνεις το ποτήρι με το μαύρο ρούμι από τα χέρια μου,
το πίνεις μονορούφι.
"Ουπς τελείωσε... τώρα πρέπει να πιεις το δικό μου."
γελάς μεθυσμένα

Σε κοιτάζω αμίλητα, μένεις σιωπηλή.
Σε ένα μπλοκάκι μου γράφεις:
Βλέπω τη θλίψη στα μάτια σου

"Δεν την κάλεσα εγώ.." απαντώ.

Θ.Κ.


Beginners


Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Σκοτεινό δωμάτιο - 1η Νύχτα


‘Έτοιμο το δωμάτιο σου!’ είπε η Σοφία στον γιο της.

Οι δυο τους μόλις είχαν εγκατασταθεί στο νέο τους σπίτι, μια δυόροφη μεζονέτα με κήπο κάπου στο Καμάρι της  Καλύμνου. Ήταν τελευταία βραδιά του Αυγούστου. Είχαν ήδη κλείσει ένα δωδεκάωρο στο νησί. Η Σοφία ήταν δασκάλα, η ίδια είχε αιτηθεί αυτή τη μετάθεση. Φλέρταρε με την ιδέα να ζήσει για πάντα εκεί, σε αντίθεση με τον δεκάχρονο Πέτρο που ακόμα της κράταγε μούτρα.
Του είχε πάρει καιρό να ξεπεράσει το θάνατο του πατέρα, πάνε σχεδόν πέντε χρόνια. Τις τελευταίες μέρες δεν πολυμιλούσε. Σκεφτόταν τους φίλους του που άφησε πίσω στην πόλη και αναρωτιόταν για όσα θα ακολουθούσαν. Πάλι από την αρχή, πάλι να γνωρίσει νέα παιδιά, πάλι νέους φίλους. Όλα αυτά βασάνιζαν το μυαλό του. Υπομονή, ένα δεκαήμερο είχε απομείνει για το άνοιγμα των σχολείων, σκέφτηκε λες και αυτό θα έλυνε τα όποια προβλήματα.

‘Πώς σου φαίνεται;’
Ο Πέτρος κοίταξε το δωμάτιο του ολόγυρα. Του άρεσε, αν και όλα τα έπιπλα ήταν από το παλιό σπίτι. Μόνο η διακόσμηση είχε αλλάξει και οι καινούριες πράσινες κουρτίνες.
‘Λοιπόν; Σ’ αρέσει;’
‘Καλό είναι. Δε διαφέρει και πολύ από το προηγούμενο.’ είπε αδιάφορα. 
Η μητέρα του τον πλησίασε, τον έπιασε από τους ώμους και γονάτισε πίσω του. Κοίταξαν μαζί ξανά  το δωμάτιο.
‘Αύριο θα πάμε να πάρουμε μια μεγάλη αφίσα, να γεμίσουμε τον άδειο τοίχο πάνω από το κρεβάτι σου. Τι λες;’
    ‘Ναι αμέ!’ απάντησε ενθουσιασμένος.
‘Ωραία. Ετοιμάσου τώρα για ύπνο, για να είσαι ξεκούραστος το πρωί’
Ο Πέτρος φόρεσε ένα κοντό παντελονάκι, τράβηξε το σεντόνι μέχρι το στήθος και ξάπλωσε στο ημίδιπλο κρεβάτι του.
‘Δεν σε πειράζει που θα κοιμηθείς μόνος σου απόψε, ε;’
‘Καληνύχτα μαμά.’ απάντησε ελαφρά ενοχλημένος.
‘Καληνύχτα μικρέ.’
‘Το φωτάκι.’ φώναξε.
Ο Πέτρος δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς ελάχιστο έστω φως στο δωμάτιο. Η Σοφία άφησε την πόρτα ανοιχτή και   του  είπε να περιμένει. Πήγε στο σαλόνι που ήταν γεμάτο κουτιά, έψαξε για το μικρό φωτιστικό. Δεν άργησε να το βρει, πλάι του υπήρχε ένα αντικείμενο τυλιγμένο σε μαντήλι.
Το ξεδίπλωσε και φανερώθηκε από μέσα ένα μικρό μεταλλικό αγαλματάκι, ήταν ομοίωμα ενός διάβολο-μωρού.  Είχε μεγάλο κεφάλι, ορθάνοιχτα αθώα μάτια και ανέκφραστα χείλη. Το σώμα ήταν μικρού παιδιού σε εμβρυακή στάση με μια τοξωτή ουρά να κρύβεται κάτω από τα σκέλια. Γύρο από το λαιμό του ήταν περασμένος ένας ασημένιος σταυρός.
‘Μααα…’ φώναξε από το δωμάτιο ο μικρός.
Η Σοφία επέστρεψε αμέσως στο υπνοδωμάτιο, έβαλε το λαμπάκι στην πρίζα απέναντι από το κρεβάτι του αγοριού. Ύστερα κάθισε πλάι του στο κρεβάτι.
‘Σου έχω μία έκπληξη.’ είπε και του φανέρωσε χωρίς καθυστέρηση το αγαλματάκι.
‘Ωωω…τέλειο!’ έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα ‘Της γιαγιάς δεν είναι;’
‘Ναι, το θυμάσαι; Όταν ήσουν μωρό έκλαιγες για να στο δώσουμε. Χάζευες μπροστά του για ώρα, αλλά που να σ’ αφήσει η κυρά Όλγα να το πιάσεις. Ο Θεός  να την συγχωρέσει.’
‘Και τώρα που πέθανε της το πήρες;’
‘Όλοι πήραμε από κάτι. Μητέρα μας ήταν, να την θυμόμαστε… Λοιπόν τέρμα οι κουβέντες.’
Πήρε το αγαλματάκι και το τοποθέτησε στο ράφι με τις πλαστικές φιγούρες υπερηρώων. Ξετύλιξε την αλυσίδα με τον σταυρό για να την φόρεσε στον λαιμό του γιου της.
‘Φόρα τον συνέχεια για να σε φιλάει, θέλω να προσέχεις ότι κι αν κάνεις.’ είπε  χαϊδεύντας του το μέτωπο.
‘Θα προσέχω.’ της φίλησε το χέρι.
‘Θα δεις. Θα περάσουμε καλά εδώ πέρα.’ του χαμογέλασε πριν βγει από το δωμάτιο..
Ο Πέτρος έμεινε μόνος στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Άγγιξε τον σταυρό που μόλις του φόρεσε η μητέρα του. Τον περιεργάστηκε. Στο κάτω μέρος του είχε κάτι που ξεχώριζε, μια μικροσκοπική βίδα. Την στριφογύρισε αργά και κάποια στιγμή του έμεινε στα δάκτυλα. Ήταν όμως τόσο μικρή που γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα.
Από το θόρυβο που έκανε καθώς μεταπηδούσε στο παρκέ ήξερε περίπου που να την ψάξει, με τα δυο του χέρια ψαχούλευε το ξύλινο πάτωμα σκυμμένος από το κρεβάτι. Δεν την έβρισκε όμως. Και καθώς συνέχισε να ψάχνει του φάνηκε πως είδε την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας να κουνιέται.
Σταμάτησε, έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει. Ήταν σίγουρος, η κουρτίνα κουνιόταν σαν να την φύσαγε ο αέρας. Σηκώθηκε χωρίς να ανάψει το φως και πήγε να ελέγξει τη τζαμαρία. Τράβηξε την κουρτίνα, ακούμπησε το τζάμι. Ήταν κλειστό και αμπαρωμένο.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω του βήματα σαν κάποιος να βάδιζε βιαστικά. Έτρεξε αμέσως στο κρεβάτι του, τράβηξε το σεντόνι και σκεπάστηκε ολόκληρος. Ένιωθε ασφάλεια κάτω από αυτό, πάντοτε πίστευε ότι το σεντόνι τον προστάτευε. Πως τίποτα δε θα του έκανε κακό, αν και μόνο αν, βρισκόταν κάτω από τα σκεπάσματα.
Επικράτησε ησυχία το επόμενο λεπτό. Ξαφνικά οι μινιατούρες από το ράφι άρχισαν να πέφτουν μια – μια στο πάτωμα.
‘Πέτροοο’ ακούστηκε μακρόσυρτα και σιγανά από μια άγνωστη φωνή.
‘Πέτρο.’ είπε δεύτερη φορά η ίδια φωνή, κοφτά και σχεδόν δίπλα στο αφτί του.
Το καημένο το αγόρι κόντευε να κατουρηθεί επάνω του από τον φόβο. Είχε τυλίξει όλο το σεντόνι γύρω από το κορμί του, ούτε ο αέρας δεν περνούσε πια μέσα.
Κι ενώ ευχόταν όλα αυτά να τελειώσουν σαν να ‘ταν εφιάλτης που θα τον ξυπνούσε, κάποιος του τράβηξε το σεντόνι και τον ξεσκέπασε. Ο Πέτρος άρχισε να ουρλιάζει υστερικά. Η μητέρα του πανικοβλήθηκε κι έτρεξε αμέσως, μπήκε στο δωμάτιο, άναψε τα φώτα και βρήκε τον γιο της λιπόθυμο στο κρεβάτι. Το δωμάτιο ήτανε ανάστατο. Ότι υπήρχε πάνω στο ράφι βρισκότανε κάτω στο πάτωμα. Όλα, εκτός από το μικρό αγαλματάκι.

............................



Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Θεωρίες Συνωμοσίας: ΠΤΗΣΗ 230



Ώρα 23:02, ημέρα Τετάρτη 13 Απριλίου. Ο άνεμος είχε κοπάσει από το απόγευμα, λίγο μετά το χαλάζι. Οι επιβάτες της πτήσης 230 από Βουδαπέστη προς Αθήνα περνούσαν ένας μετά τον άλλο στον διάδρομο που κατέληγε στην είσοδο του μικρού αεροπλάνου. Τους  υποδέχθηκε με χαμόγελο η ξανθιά αεροσυνοδός ευχόμενη ένα καλό ταξίδι σε όλους.  
Ο νεαρός άντρας κοίταξε το εισιτήριο του, 19F.  Τα καθίσματα ήταν τρία σε κάθε πλευρά δεξιά και αριστερά. Προσπέρασε τις πρώτες σειρές δίχως να ρίξει ματιά στα νούμερα. Κάπου στη μέση κοντοστάθηκε, κάποιος τον εμπόδιζε να περάσει. Ήταν ένας μελαχρινός άντρας με μούσι που ανέβαζε τον σάκο του στο ντουλάπι αποσκευών πριν καθίσει στη θέση του, 8A. Έπειτα προχώρησε προς το βάθος, δέχθηκε ένα δεύτερο χαμόγελο από την κοκκινομάλλα αεροσυνοδό και συνέχισε την πορεία του. Μετρούσε μια – μια τις σειρές συγχρονίζοντας το μέτρημα με τα βήματα του λες και δεν ήταν αριθμημένες με μεγάλα μαύρα γράμματα. Στη σειρά 15 σταμάτησε και κοίταξε πάλι το εισιτήριο του. Η γιαπωνέζα  επιβάτης στη θέση 15F τον κάρφωσε με τα μια πλάγια ματιά, το ίδιο κι εκείνος. Το ενοχλητικό γέλιο μιας νεανικής παρέας στα δεξιά του απέσπασε την προσοχή. Προχώρησε χωρίς άλλη καθυστέρηση στις πιο πίσω θέσεις. Η τρίτη μελαχρινή αεροσυνοδός του χαμογέλασε όπως και οι προηγούμενες δυο, η παρουσία της μπροστά του τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως είχε φτάσει στο τέρμα του διαδρόμου. Η 19F βρισκόταν στην τελευταία αριστερή σειρά καθισμάτων.
Ώρα 23:15. Μικρές οθόνες άνοιξαν από ψηλά,  εμπρός από τα καθίσματα των επιβατών δείχνοντας σε video τις απαραίτητες πληροφορίες ασφάλειας που έπρεπε να γνωρίζουν. Το αεροπλάνο άρχισε να κινείται, οι τρεις αεροσυνοδοί έλεγξαν τους πάντες αν έχουν δέσει τις ζώνες τους. Έπειτα ακούστηκε από το μεγάφωνο  το μήνυμα υποδοχής και οι ευχές για μια καλή πτήση στα Ουγγρικά και στα Ελληνικά.  Τα φώτα έσβησαν. Απογείωση.
Κάποιοι κοιμόντουσαν ήδη στη βραδινή αυτή πτήση. Άλλοι απλά χαλάρωναν στα αναπαυτικά καθίσματα τους. Κάποιοι άλλοι όμως δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να ψιθυρίζουν από τη ώρα που κάθισαν στις θέσεις τους. Ο Μιχάλης, η Κική και η Γωγώ. Θέσεις 15A, 15B, 15C. Σχολίαζαν το ελληνικό μήνυμα που ακούστηκε προ ολίγου από το μεγάφωνο, λόγω κακής προφοράς και λάθους τονισμού των λέξεων.
‘Καλώς ηρθάτε στο άεροπλανο μας!’ μιμούταν ο Μιχάλης τη φωνή και χασκογελούσαν οι τρεις μαζί.
‘Και η καθηγήτρια μας έτσι μιλούσε στην αρχή τα ελληνικά’ είπε η Γωγώ.
‘ «Εγκώ μάθει Χαγκάρικα έσενα» μου είχε πει την πρώτη μέρα και έτρεχα στη μαμά κλαίγοντας  γιατί νόμιζα ότι ήταν ρομπότ’ είπε γελώντας η Κική.
Ένας ηλικιωμένος από πίσω τους έκανε παρατήρηση να σωπάσουν. Εκείνοι υπάκουσαν, όμως δεν άντεξαν για πολύ να παραμείνουν μουγκοί.  Ο Μιχάλης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, κοίταξε προς τα πίσω. Το επανέλαβε άλλες δυο φορές.
‘Τι έπαθες;’ ρώτησε η Γωγώ χαμηλόφωνα.
‘Κάποιος έχει αναμμένο το φωτάκι στο προσκέφαλο του. Τελευταία σειρά αριστερά’ ψιθύρισε. Τα κορίτσια γύρισαν δίχως δεύτερη σκέψη.
‘Α, αυτός με το ξυρισμένο κεφάλι, τον είδα πριν. Ωραίος είναι!’ είπε η Κική ‘Κανείς δεν κάθεται δίπλα του. Μήπως θέλει παρέα, να πάω;’ έκανε ναζιάρικα.
‘Καλά μη χαίρεσαι, έχει άλλη σειρά. Η γιαπωνέζα στα δεξιά μας του έκανε ματάκια πριν.’ είπε η Γωγώ. Οι άλλοι δυο έστριψαν τα κεφάλια για να την κοιτάξουν. Η γιαπωνέζα άπλωσε εκείνη τη στιγμή το χέρι της και άναψε τη δική της λυχνία. Το πρόσωπό της φωτίστηκε, έδειχνε ανήσυχη . Οι τρεις τους γύρισαν αστραπιαία τα βλέμματα προς το παράθυρο τους.
 ‘Έχω την εντύπωση ότι αυτός ο καραφλός, πριν που έψαχνε τη θέση του, μίλησε με τον Άραβα που κάθετε πιο μπροστά μας.’
‘Ποιον Άραβα.. τον μελαχρινό με τα μούσια λες; Που έκανε φασαρία για τη θέση του;’ είπε η Γωγώ και οι τρεις ανασήκωσαν τα κορμιά τους. ‘Να τος εκεί. Παρατηρήσατε κάτι; Κάθετε.. κάθετε, δηλαδή και οι τρεις κάθονται..’
‘..δίπλα σε Παράθυρο.’ αναφώνησαν ταυτόχρονα.
‘Τυχαίο;’ ρώτησε ο Μιχάλης, όμως δεν περίμενε απάντηση.
‘Να σας πω κάτι..’ δίστασε για λίγο η Γωγώ ‘.. η γιαπωνέζα άφησε αναμμένο το κινητό της μέσα σε χαρτοφύλακα πάνω στο ντουλάπι. Την παρατήρησα πριν που τον ανέβαζε και ξέχασα να σας το πω.’
Έσφιξαν τις παλάμες τους φοβισμένοι. Οι χειρότερες εικόνες πέρασαν από το μυαλό τους. Το αεροπλάνο να πέφτει και να συνθλίβεται, να γίνεται αεροπειρατεία με προορισμό τη Συρία και να τους κρατάνε όμηρους, να ανατινάζεται το αεροσκάφος στον αέρα από κρυμμένα εκρηκτικά και άλλα πολλά. 
‘Δε θέλω να πεθάνω τόσο νέα.’ έσπασε τη σιωπή η Γωγώ.
Τα φώτα άναψαν σε όλο το διάδρομο. Ήταν μια μικρή ανακούφιση και για τους τρεις. Οι αεροσυνοδοί κυλούσαν τα καρότσια και μοίραζαν σάντουιτς με χυμό και νερό στους επιβάτες.
«Κρέας ή Τυρί» ρώτησε στα αγγλικά.
‘Both’ απάντησε στην αεροσυνοδό ο Μιχάλης κι εκείνη του έδωσε ένα σάντουιτς μόνο με σαλάμι. ‘Μα καλά, μισοφτιαγμένο σάντουιτς θα φάμε;’ αναρωτήθηκε.
‘Σκάσε και τρώγε, ίσως να είναι το τελευταίο σου γεύμα.’ είπε η Κική. 
Του έκατσε η μπουκιά στο λαρύγγι, ενώ η Γωγώ έφτυσε το νερό που μόλις κατάπιε. Οι αεροσυνοδοί επέστρεψαν για να μαζέψουν τα σκουπίδια. Τα φώτα έσβησαν και πάλι. Οι μικρές οθόνες μπροστά από τα καθίσματα έδειχναν την πορεία του αεροπλάνου. Μόλις είχαν περάσει πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Λιγότερο από τη μισή διαδρομή έμενε μέχρι την Αθήνα. Ο Μιχάλης, η Κική και η Γωγώ  δε σταμάτησαν να παρακολουθούν τα μυστήρια πρόσωπα των τριών επιβατών.  Όλα έδειχνα να πηγαίνουν καλά μέχρι που οι οθόνες άρχισαν να κάνουν «χιονάκια» και να παραμορφώνεται η εικόνα τους ώσπου άσπρισαν τελείως.
Ο μελαχρινός άντρας σηκώθηκε από τη θέση του και κατευθύνθηκε μπροστά, στις Πρώτες Θέσεις. Ταυτόχρονα η γιαπωνέζα  με χαμηλωμένο το πρόσωπο κινήθηκε βιαστικά πίσω προς την τουαλέτα. Στο τέρμα του διαδρόμου παραπάτησε και κρατήθηκε από το τελευταίο κάθισμα αριστερά. Ο νεαρός με το ξυρισμένο κεφάλι άπλωσε τα χέρια του για να τη βοηθήσει, εκείνη στάθηκε και πάλι στα πόδια της μέχρι που εξαφανίστηκε από το οπτικό πεδίο των παιδιών.
‘Το είδατε αυτό;’ είπε η Γωγώ πανικόβλητη ‘κάτι του έδωσε.’
‘Ο Άραβας πήγε μπροστά στον πιλότο’ συνέχισε ο Μιχάλης.
‘Κάτι πρέπει να κάνουμε.. κινδυνεύουμε’ είπε με τρόμο η Κική ‘Πρέπει να το πούμε σε όλους πριν να είναι αργά.’ πρότεινε όμως ο Μιχάλης την συγκράτησε.
‘Όχι δεν είναι καλή ιδέα. Θα επικρατήσει πανικός και ίσως γίνει χειρότερο κακό.’
‘Η κινέζα δεν έχει βγει ακόμα από την τουαλέτα. Πάω να δω τι κάνει.’ είπε η Γωγώ κι έφυγε.
Ο Μιχάλης με την Κική έμειναν μόνοι ‘Τι κάνουμε;’
Μάζεψαν όσο θάρρος έκρυβαν μέσα τους και χωρίστηκαν. Ο Μιχάλης προχώρησε ευθεία μπροστά και η Κική προς τα πίσω.
‘Μπορώ να καθίσω εδώ;’ ρώτησε τον νεαρό με το ξυρισμένο κεφάλι.
Εκείνος έγνεψε καταφατικά χωρίς να μιλήσει.  Γύρισε αμέσως σελίδα από το βιβλίο που κρατούσε σαν κάτι να έκρυψε . Το βιβλίο είχε τίτλο ‘Παγιδευμένοι’, η Κική ανατρίχιασε.
Η Γωγώ τράβηξε το χερούλι της τουαλέτας όμως η πόρτα δεν άνοιγε. Περίμενε λίγο και έπειτα χτύπησε. Άκουσε μια φωνή από μέσα, δεν κατάλαβε τι της έλεγε. Όταν είδε την αεροσυνοδό να πλησιάζει  άρχισε να ουρλιάζει.
'Είναι μέσα κλεισμένη και θα  ανατινάξει το αεροπλάνοοοοο'
Η Κική ακούγοντας τις φωνές της Γωγώς άρπαξε το βιβλίο από τον νεαρό με μια απότομη κίνηση και έτρεξε στο διάδρομο.
Ο Μιχάλης στεκόταν πίσω από τις κουρτίνες των Πρώτων Θέσεων. Δείλιασε για μια στιγμή όμως δεν οπισθοχώρησε. Μόλις άπλωσε τα χέρια του για να τις τραβήξει, τα φώτα τρεμόσβησαν. Ταυτόχρονα έφτιαξαν οι μικρές οθόνες δείχνοντας την πορεία σχεδόν πάνω από την Αθήνα.
Το αεροπλάνο πήρε μια κατηφορική κλίση δεξιά και επιτάχυνε. Ο Μιχάλης βρέθηκε ξαφνικά έξω από το πιλοτήριο πέφτοντας πάνω στο μελαχρινό άντρα που κρατούσε ένα κατσαβίδι. Η Κική σωριάστηκε στη μέση του διαδρόμου φωνάζοντας «Πέφτουμεεεεεε. Θα πεθάνετε όλοιιιιι», ενώ η Γωγώ με την αεροσυνοδό άνοιξαν την πόρτα της τουαλέτας βρίσκοντας τη γιαπωνέζα  μες τα αίματα.
Πανικός, τσιρίδες και κλάματα επικράτησαν τα επόμενα λεπτά. Μια αεροσυνοδός μίλησε από το μεγάφωνο στα ουγγρικά λέγοντας ότι το αεροπλάνο προσγειώνεται και να παραμείνουν όλοι στη θέση τους με δεμένες τις ζώνες. Φυσικά οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν μέχρι που το επανέλαβε στα αγγλικά. Η Κική σταμάτησε να φωνάζει υστερικά και τράβηξε μέσα από το βιβλίο μια φωτογραφία που προεξείχε . Την γύρισε ανάποδα…
 Το αεροπλάνο πάτησε Ελλάδα τσουλώντας τις ρόδες του στο έδαφος . Οι επιβάτες χειροκρότησαν ανακουφισμένοι.
Η  Γωγώ σοκαρισμένη είδε την αεροσυνοδό  να δίνει στην γιαπωνέζα μια σερβιέτα και μερικά υγρά πανάκια καθαρισμού. Η Κική έδωσε πίσω στον νεαρό το βιβλίο και τη φωτογραφία, στην οποία απεικονιζόταν ο ίδιος αγκαλιά με ένα φίλο του ανάμεσα σε ένα πλαίσιο από τα ομορφότερα μνημεία της Βουδαπέστης, ζητώντας του συγνώμη. Είχε κι εκείνη μια παρόμοια φωτογραφία με τη Γωγώ και τον Μιχάλη. Την έβγαλαν σε ένα αυτόματο μηχάνημα στην αυλή του Βασιλικού Κάστρου.
 Ο μελαχρινός άντρας ήταν υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας που βοήθησε  να επισκευαστούν οι μικρές οθόνες .
Τα παιδιά κάθισαν ντροπιασμένα πίσω στις θέσεις τους. Πόσο έξω είχαν πέσει; Οι αεροσυνοδοί τους έδωσαν μερικά ακόμα σάντουιτς και χυμό για να ηρεμήσουν πριν αποβιβαστούν. Ο ηλικιωμένος  από πίσω παλιόπαιδα τους ανέβαζε, κακομαθημένα  τους κατέβαζε.
‘Ευκαρίστουμε που διαλεξάτε την εταιρία μας για το τάξιδι αυτό!’ ήταν τα ηχογραφημένα λόγια που ακούστηκαν από το μεγάφωνο και έκαναν τα τρία παιδιά να γελάσουν όπως στο ξεκίνημα της πτήσης.

Ώρα 02:15.  Βγήκαν τελευταίοι από το αεροπλάνο αποχαιρετώντας τις αεροσυνοδούς με ζαβολιάρικα χαμόγελα. Έξω περίμενε ο πατέρας τους. Στο αμάξι του εξήγησαν τι συνέβη και πόσο σίγουροι ήταν για τη συνωμοσία που προσπάθησαν να ξεσκεπάσουν για να σώσουν το πλήρωμα και τους επιβάτες.  Το αμάξι φρέναρε απότομα σε κόκκινο φανάρι, δίπλα τους βρισκόταν ακίνητο ένα κίτρινο ταξί με τρεις επιβάτες.  Το μελαχρινό άντρα, την γιαπωνέζα και τον νεαρό με το ξυρισμένο κεφάλι. Τα παιδιά κρύφτηκαν αμέσως κάτω από το πίσω παράθυρο.
‘Κι αυτό τυχαίο;’ είπε ο Μιχάλης έξαλλος.
‘Ε, μην είμαστε και παρανοϊκοί τώρα. Αφού τους ξέρουμε τους ταξιτζήδες στην Αθήνα. Ότι προλάβουν να μπάσουν.’ είπε ψύχραιμα η Γωγώ.
‘Τον ταξιτζή τον είδατε;’ είπε με τρεμάμενα χείλη η Κική. Σήκωσαν ελάχιστα εκατοστά τα κεφάλια τους. Ο ηλικιωμένος άντρας που τους έκανε παρατηρήσεις στο αεροπλάνο, καθόταν στη θέση του οδηγού.
‘Μπαμπά, αυτοί είναι.. ακολούθησε τους.’ φώναξαν και οι τρεις μαζί.
‘Δε γίνεται..’ αρνήθηκε με φωνή που φανέρωνε μυστήριο ‘..πρέπει να βρούμε τη μητέρα σας, ξύπνησα για να έρθω στο αεροδρόμιο να σας πάρω και δεν κοιμόταν πλάι μου στο κρεβάτι.’

‘Ωχχχ όχι πάλι..’ τσίριξαν ταυτόχρονα η Κική, η Γωγώ και ο Μιχάλης  ‘..εξωγήινοι;’.


                                                                    ΤΕΛΟΣ